oncontextmenu='return false;'

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

"Τα κλειδιά"







Από σήμερα ξεκινάω μια σειρά από μίνι ιστορίες με γενικό τίτλο ¨Τα κλειδιά¨. Θα αποτελείται από αυτοτελής ιστορίες, που όμως θα έχουν ένα κοινό:  Ο πρωταγωνιστής θα πρέπει να βρει "Τα κλειδιά" κυριολεκτικά ή μεταφορικά για να βγει από μια κατάσταση.



                                      Ιστορία 1η: Η αποθήκη.


Ξύπνησε από τον ισχυρό πονοκέφαλο. Το κεφάλι του το ένιωθε τόσο βαρύ που δεν μπορούσε να το στηρίξει στους ώμους του. Νόμιζε πως θα τρελαινόταν από τον πόνο. Άνοιξε με δυσκολία τα μάτια του, σε μια προσπάθεια να καταφέρει να βγει από το σκοτάδι που βρισκόταν,αλήθεια ούτε εκείνος γνώριζε πόσες ώρες. Κι όμως αντίκρισε ξανά σκοτάδι. Έσμιξε τα φρύδια. Ο πόνος όμως έγινε πιο ισχυρός. Αμέσως ένοιωσε κάτι υγρό να τρέχει από το σημείο δίπλα στο αριστερό του φρύδι. Ταράχτηκε. Αίμα; Αιμορραγούσε; Πώς ήταν δυνατόν; Προσπάθησε να σηκωθεί. Αδύνατον. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα σφιχτά πίσω στην μέση του. Μα πού βρισκόταν; Τι είχε συμβεί; Προσπάθησε να φέρει στο νου του τα τελευταία πράγματα  που θυμόταν να έχουν συμβεί. Ναι, ως ένα σημείο θυμόταν. Είχε ξεμείνει από τσιγάρα και βγήκε κατευθυνόμενος προς το μίνι μάρκετ της οδού Άντερσεν, στο δυτικό Μανχάταν. Προτίμησε να βγει από την πίσω είσοδο του κλαμπ, αυτή που χρησιμοποιούν οι v.i.p. πελάτες-κολλητός του ιδιοκτήτη βλέπεις- για να αποφύγει όλη την ταλαιπωρία και το στριμωξίδι από τον κόσμο που συνωστίζονταν συνήθως μπροστά, κατέβηκε τη μαρμάρινη σκάλα και έσπρωξε με δύναμη τη βαριά μεταλλική πόρτα. Κούμπωσε ως απάνω το παλτό του, έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ελαφρά σκυφτός για να αποφύγει όσο μπορεί τον ψυχρό αέρα που φυσούσε, ξεκίνησε με γρήγορο βήμα. Μόλις προσπέρασε τους κάδους απορριμμάτων,  μια μισοσκισμένη σακούλα κατρακύλησε, σκορπώντας με θόρυβο στο δρόμο διάφορα κονσερβοκούτια. Τρομαγμένος γύρισε να δει τι είχε συμβεί και αντίκρισε μια μάλλον σκουρόχρωμη γάτα. “Fucking cats…” είπε μέσα από τα δόντια του ξεφυσώντας αγανακτισμένος και γύρισε προς την αρχική του κατεύθυνση. Στη θέα του μεγαλόσωμου άντρα που στεκόταν σε απόσταση αναπνοής μπροστά του, πάγωσε. Τα μάτια του κοκάλωσαν. Έκανε δύο αδέξια βήματα προς τα πίσω σκοντάφτοντας σε ένα ζευγάρι πόδια. Σύρθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε με την πλάτη στον υγρό, παγωμένο δρόμο ώσπου ακούμπησε στον τοίχο. Έστρεφε με μανία το κεφάλι του μια προς τα αριστερά και μια προς τα δεξιά , ενώ πάσχιζε συγχρόνως να σταθεί στα τρεμάμενα πόδια του, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βρει διέξοδο. Που να τη βρει; Σ αυτά τα σημεία της πόλης, τέτοιο δρόμοι είναι συνήθως στενοί, κακοφωτισμένοι, υγροί και αναδίδουν πάντα την αποκρουστική οσμή των ξεχειλισμένων υπονόμων. Τα πόδια του σχεδόν παρέλυσαν μα πριν προλάβει να σωριαστεί στο έδαφος, σαν δαγκάνες τον γράπωσαν δυο γεροδεμένα μπράτσα. Έκανε να φωνάξει. Το μετάνιωσε. Ποιος να τον άκουγε; Και έτσι το στόμα του έχασκε άηχο σαν μαύρη τρύπα για λίγα δευτερόλεπτα ώσπου να το ξανακλείσει. Σκέφτηκε να προβάλει αντίσταση. Ππφφφ… τέσσερις εναντίων ενός. Πόσο γελοία του φάνηκε αυτή η σκέψη. Ένα μαδέρι που κατευθυνόταν στο κεφάλι του και μια σειρά από χρυσά δόντια που ξεπρόβαλαν  μέσα από ένα λοξό, ειρωνικό χαμόγελο ήταν τα τελευταία πράγματα που είδε πριν λιποθυμήσει.
            Δεύτερη προσπάθεια να σηκωθεί. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κυλίσει σαν βαρέλι στο πάτωμα, προτού καταλήξει στο πόδι ενός ετοιμόρροπου τραπεζιού, το οποίο τελικά κατεδάφισε. Ακολούθησε ένα παρατεταμένο επιφώνημα πόνου και κάθε είδους βρισιά, τυλιγμένα όλα σε ένα σύννεφο πυκνής σκόνης. Δεν μπορούσε να την δει, μα μπόρεσε να την γευτεί και να την μυρίσει για τα καλά. Βρισιές και αναθεματίσματα ξανά. Σιώπησε. Προσπάθησε να αφουγκραστεί. Σιωπή. Πόσο εκνευριστική είναι πολλές φορές. Προσπάθησε να ηρεμήσει και να σκεφτεί λογικά. Μα δεν υπήρχε λογική σε όλο αυτό. Για τι τον είχαν πιάσει; Τι είχε κάνει;
            Μπρούμυτα όπως ήταν έριξε μια ματιά γύρω του. Τόση ώρα βυθισμένος στο σκοτάδι τα μάτια του είχαν συνηθίσει πλέον και άρχισε σιγά-σιγά να διακρίνει κάποια αντικείμενα στον χώρο. Ήταν σε μια αποθήκη. Σε μια παλιά, βρώμικη και κρύα αποθήκη.
¨Δε μπορεί…¨, μουρμούρισε, ¨κάπου θα υπάρχει μια πόρτα. Από κάπου πρέπει να με έβαλαν εδώ μέσα. Αλλά πρώτα θα πρέπει να λυθώ¨.
Σύρθηκε ως τα κασόνια που ήταν στοιβαγμένα στον απέναντι τοίχο. Φαίνονταν γερά για να στηριχτεί. Τα πλευρά του πονούσαν ακόμα από το χτύπημα, μα θα το τολμούσε. Έπρεπε επιτέλους να σηκωθεί. Κράτησε λίγα εκατοστά απόσταση από αυτά και κυλίστηκε προς τα αριστερά με φόρα, τόση ώστε να σταθεί στα γόνατά του. Σχεδόν πήγε να πέσει από την άλλη, αλλά πρόλαβε να προτάξει τον ώμο του και τα κασόνια συγκράτησαν το βάρος του και έτσι μπόρεσε να σταθεί. Ναι, τα είχε καταφέρει! Μόλις είχε κάνει το πρώτο βήμα. Με την ανάσα του σχεδόν κομμένη από την προσπάθεια και τον πόνο στα πλευρά και το κεφάλι του, δεν είχε την δύναμη να ουρλιάξει από χαρά, αλλά δεν τον ένοιαζε. Στηριγμένος στα γόνατά του και με όσο του επέτρεπε το σχοινί, άρχισε να περιφέρεται γρήγορα στην αποθήκη. Με το πρόσωπό του για αφή προσπαθούσε να ανακαλύψει οτιδήποτε τραχύ ή αιχμηρό θα μπορούσε να τον ελευθερώσει από τα σχοινένια δεσμά του. Το επόμενο δευτερόλεπτο τα μάτια του γέμισαν με δάκρυα που έτρεχαν ασυγκράτητα. Ένας σωρός από γυαλιά σκορπισμένα στο πάτωμα καρφώθηκαν στα ήδη ταλαιπωρημένα από το σύρσιμο γόνατά του. Μα φωνή δεν μπορούσε να βγάλει από το στόμα του. Τόσο ισχυρός ήταν ο πόνος. Ακαριαίο το χτύπημα. Έκανε να πλαγιάσει στο πάτωμα μα αμέσως θυμήθηκε τον κόπο του για να σταθεί και πόσο πιο δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο θα ήταν να προσπαθήσει να ξανασταθεί τώρα με τα γυαλιά χωμένα στη σάρκα του. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είχε τώρα ενεργοποιηθεί για τα καλά φτάνοντας την αδρεναλίνη του σε υψηλά επίπεδα. Το μυαλό του έπαιρνε χιλιάδες στροφές. Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο έσκυψε και με το στόμα του άρχισε να πιάνει προσεκτικά τα μεγάλα κομμάτια γυαλιού και να τα σφηνώνει στα κενά ανάμεσα στα κασόνια. Αφού τοποθέτησε τρία-τέσσερα, γύρισε και άρχισε να τροχίζει τα σχοινιά πάνω τους, αργά και προσεκτικά. Η ώρα όμως περνούσε και έπρεπε να βιαστεί. Άρχισε να τρίβει τα σχοινιά πιο γρήγορα, μα το γυαλί δεν δείχνει ποτέ έλεος. Ένοιωσε κάτι ζεστό να τρέχει στα χέρια  του. Αίμα. Πάλι αίμα. Άρχισε να πονάει καθώς τα γυαλιά έσχιζαν βίαια τη λεπτή του σάρκα. Συνέχισε όμως γιατί ένοιωθε τα χέρια του να χαλαρώνουν κάτω από τα σχοινιά. Τα κατάφερε! Επιτέλους ελευθέρωσε τα χέρια του. Το αίμα κυλούσε ποτάμι στα χέρια του. Χωρίς δεύτερη σκέψη έσκισε το λευκό, μεταξωτό του πουκάμισο και τύλιξε τα χέρια του σφιχτά για να περιορίσει την αιμορραγία. Έπιασε ένα κομμάτι γυαλί και βάλθηκε να τροχίζει το υπόλοιπο σχοινί ώσπου να ελευθερώσει και τα πόδια του. Δεν άργησε ευτυχώς. Τα πληγωμένα γόνατά του, του προκαλούσαν αφόρητους πόνους, μα δεν είχε τον χρόνο να περιποιηθεί και αυτά. Έπρεπε να βρει την πόρτα. Την βρήκε. Ήταν κλειδωμένη ασφαλώς. Κόλλησε το αυτί του στην μεταλλική πόρτα και προσπάθησε να ακούσει το οτιδήποτε. Απόλυτη σιωπή. Στηρίχτηκε στις μύτες των ποδιών του και προσπάθησε να δει από το τζάμι. Κανείς δεν φαινόταν να υπάρχει έξω. Συνέχισε το ψάξιμο.
¨Δε μπορεί, κάπου θα υπάρχει ένα κλειδί, ένα αντικλείδι. Κάπως πρέπει να ξεκλειδώνει αυτή η πόρτα¨, μονολόγησε ψαχουλεύοντας πάνω στον πάγκο. Στα χέρια του έπεσε ένας φακός. Ναι, για καλή του τύχη δούλευε. Άρχισε να φωτίζει την κάθε σκοτεινή γωνιά του δωματίου. Έκανε φύλλο και φτερό κάθε επιφάνεια και κάθε κουτί που έβρισκε. Τίποτα. Απογοητευμένος άρχισε να κουνάει τον φακό πάνω-κάτω φωτίζοντας άσκοπα πάτωμα και ταβάνι. Ή μήπως όχι άσκοπα; Με την άκρη του ματιού του έπιασε κάτι σχετικά μεγάλο να κρέμεται από το ταβάνι στην άλλη μεριά της αποθήκης. Περιεργάστηκε με περιέργεια το κουτί που κρέμονταν πάνω από το κεφάλι του με μια βαριά αλυσίδα, η οποία παρόλα αυτά ήταν έτοιμη να ξεκολλήσει από τα ταβάνι. Σκαρφάλωσε σε μια σιδερένια ραφιέρα λίγο πιο ψηλά από το σημείο που ενώνονταν το κουτί με την αλυσίδα και με ένα σάλτο βρέθηκε στον αέρα και ένα δευτερόλεπτο αργότερα πιάστηκε από την ετοιμόρροπη αλυσίδα, η οποία δεν άντεξε το ξαφνικό βάρος και ξεκόλλησε με θόρυβο από το ταβάνι. Το ξύλινο κουτί έσκασε δυνατά στο πάτωμα σπάζοντας σε πολλά κομμάτια και φανερώνοντας μια αρμαθιά αντικλείδια. Η ελευθερία του για πρώτη φορά φάνταζε τόσο κοντινή. Τρέχοντας έφτασε στη πόρτα. Πρώτο κλειδί, δεύτερο κλειδί, τρίτο κλειδί , τίποτα. Πέμπτο, έκτο, το ίδιο. Και τα επόμενα δύο το ίδιο αποτέλεσμα έφεραν. Έμεναν άλλα δύο. Πιάνει το ένα από τα δύο εναπομείναντα κλειδιά… ¨κλικ¨ ακούστηκε η κλειδωνιά που ξεκλείδωσε. Βγήκε έξω στο πυκνό σκοτάδι. Δεν είχε ιδέα που βρισκόταν. Άρχισε να περπατάει στην ερημιά. Μπροστά του φαίνονταν τα φώτα της πόλης. Αλλά ποιας πόλης; Ξαφνικά ο δρόμος φωτίστηκε με άπλετο φως. Ένα φορτηγό ερχόταν προς το μέρος του. Σήκωσε τα χέρια και έκανε σήμα να σταματήσει. Ο οδηγός του φορτηγού είδε τα ματωμένα ρούχα και το στραπατσαρισμένο σώμα και σταμάτησε στη στιγμή.
            Ξύπνησε την επόμενη ημέρα από το φως που έμπαινε από το παράθυρο του δωματίου στο νοσοκομείο που είχε μεταφερθεί. Προσπαθούσε να εξηγήσει όλο αυτό. Ήταν όνειρο ή το είχε ζήσει στ' αλήθεια; Δύο ημέρες αργότερα ήταν υγιής και ελεύθερος να γυρίσει στο σπίτι και την ζωή του. Άνοιξε την τηλεόραση. Ένα έκτακτο γεγονός είχε συγκλονίσει για άλλη μια φορά την κοινωνία του Μανχάταν. ¨Ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ εμπόρων ναρκωτικών¨ ήταν ο τίτλος. Η φωτογραφία του θύματος του πάγωσε το αίμα. Μπορεί τα δίδυμα να μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό εξωτερικά, ο καθένας μας όμως έχει έναν μοναδικό και ξεχωριστό χαρακτήρα.

Είχε πολλά χρόνια να τον δει. Τον είχε ξεγράψει απ τη ζωή του, από τότε που έμπλεξε.
Έκλεισε την τηλεόραση, πήρε τον χαρτοφύλακά του και πέρασε το κατώφλι γεμάτος σιγουριά.





Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Πείτε μου την γνώμη σας...