Ρούλα Κόζη

Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2019

Ο φάρος: Η μοναξιά του φαροφύλακα


           Φωτογραφία: Νίκος Κυριακόπουλος

Από το μπαλκονάκι του φάρου στο οποίο κατοικεί λίγο περισσότερο από μισό αιώνα, μπορεί να δει πολλά μίλια μακρυά την ανοιχτή θάλασσα. Ένα σκαλοπάτι πριν τα ενενήντα, κι όμως η όρασή του δεν τον έχει προδώσει. Μπροστά απ' τα ρυτιδιασμένα μάτια του έχουν περάσει οι μεγαλύτερες θυριοδίες αυτού του κόσμου, κι όμως εκείνα επιμένουν να του υπενθυμίζουν πως αυτός ο κόσμος έχει μυριάδες ομορφιές που αξίζει να δει.
   Τα κύμματα θρυμματίζονται καθώς παραδομένα στη λύσσα του  αέρα χτυπουν με δύναμη στα βράχια, δυο-τρεις γλάροι κρώζουν και πετούν ατρόμητα ανάμεσά τους, προσπαθώντας να αρπάξουν τα ψάρια που πετάγονται και ξαναπέφτουν στα ταραγμένα νερά. Πιάνει τα κυάλια του και σκανάρει αργά και προσεκτικά τον ορίζοντα, ελπιζοντας να δει κάποιο πλεούμενο, μικρό ή πιο μεγάλο δεν έχει σημασία, βαρκες τολμηρών ψαράδων, μα τίποτα δεν κινούνταν. Κατέβασε τα κυάλια του ίσως λιγάκι απογοητευμένος και κατέβηκε τα σκαλιά που τον οδηγούν στο εσωτερικό του φάρου.
   Ο εσωτερικός  χώρος δεν είναι μεγάλος  ούτε και κατι το ιδιαίτερο όσο αφορά τον διάκοσμο και την διαρρυθμιση. Έτσι και αλλιώς το μόνο που αναζήτουσε ήταν ενα ήσυχο μέρος να περάσει τα χρόνια του. Δική του επιλογή  να αφήσει τον κόσμο και να απομονωθει.
Το μικρό καθιστικό ενωνόταν με μια υποτυπώδης εξίσου μικρη κουζίνα  μια παλιά τηλεόραση που ποτέ δεν δούλεψε-όχι ότι τον ενοχλούσε αυτό- , ένας πολυκαιρισμένος καναπές στη μια πλευρά του τζακιού, ένα κρεβάτι και οι σκάλες που οδηγούν στο δωμάτιο όπου χειρίζεται το φως του φάρου.
   Στα πενηνταδύο χρόνια που ζει μέσα σ' αυτόν τον φάρο, η μόνη επαφή που έχει με τον έξω κόσμο είναι το ραδιοφωνάκι που έχει στην κουζίνα, ο ασυρματος σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και ο καπετάνιος του μικρού καραβιού που του φέρνει τις προμηθειες σε φαγητό και ό,τι άλλο χρειαστεί κάθε τρεις μηνες. Ο καπετάνιος του είναι ένας πρόσχαρος ασπρομάλλης με κατακόκκινα μάγουλα άντρας γύρω στα εβδομηνταπέντε. Κάποτε υπήρξε ναυτικός. Τώρα πια που οι δυνάμεις του τον έχουν σχεδόν εγκαταλείψει  μεταφέρει τις προμήθειες. Είναι η μόνη του παρηγοριά για να μη μαραζώσει μακριά απ' τη θάλασσα. Κάθε φορά που έρχεται κάθονται με τις ώρες οι δυό τους και συζητάνε. Και κάθε φορά θα του διηγηθεί και από μια ιστορία, μια περιπέτεια που έζησε σε κάποια μακρυνή θάλασσα. Και όταν έρθει η ώρα να φύγει ξανά, τότε ανεβαίνει στο μπαλκόνι του φάρου και τον χαιρετά μέχρι που φαίνεται πια σαν μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. Πόσες και πόσες φορές του έχει ζητήσει να βγει στη στεριά, μα ο μπαρμπα-Νικόλας δεν τον έχει ακούσει ως τώρα.
   Οι μέρες του πάνω στον φάρο είναι σχεδόν ίδιες η μία με την άλλη. Τη μια θα χαζεύει με τα κυάλια του τον ορίζοντα, ψάχνοντας για  πλεούμενα ή οτιδήποτε του τραβήξει την προσοχή. Την άλλη θα κοιτάζει εξονυχιστικά το τεράστιο τζάμι του φάρου να δει αν είναι καθαρό και αν όλα λειτουργούν σωστά. Τις νύχτες του συνήθως τις περνάει γράφοντας αναφορές και ακούγοντας τα δελτία καιρού στο ραδιοφωνάκι. Άλλοτε πάλι θα διαβάζει κάποιο βιβλίο ή θα φέρνει στο νου του τις περιπέτειες του καπετάνιου, προσπαθώντας να τον φανταστεί να επιβιώνει κόντρα σ' αυτές, ενώ το βουητό του φάρου σκίζει τη σιωπή και το λαμπερό φως του σκορπίζεται στη σκοτεινή θάλασσα. Δεν είναι λίγες οι φορές που τις ημέρες κάνουν την εμφάνισή τους δελφίνια. Τότε αφήνει για λίγο την περιποίηση του μικρού, καλά φραγμένου και προστατευμένου κήπου που έχει φτιάξει και τα χαζεύει να κάνουν τα παιχνιδίσματα τους με το νερό.
   Η σημερινή μέρα κυλούσε με θυελλώδης ανέμους και τη θάλασσα ανταριασμένη. Καθισμένος στο μικρό καθιστικό, ακούει έναν δυνατό κρότο. Χαμήλωνει την ένταση του Ραδιοφώνου και βγαίνει έξω να δει τι έχει συμβεί. Προς έκπληξή του στα βράχια κάτω από τον φάρο έχει προσκρούσει μια βάρκα και ένας άντρας που τουλάχιστον φαινόταν σώος και αβλαβής κουνούσε τα χέρια σε ένδειξη ότι όλα είναι καλά και κατευθύνεται στα βράχια για να σκαρφαλώσει. Είναι ένας άνδρας νεαρής ηλικίας που τον χαιρετά ενώ  έχει ήδη διανύσει την μισή διαδρομή προς τα πάνω. Φτάνει στην κορυφή  και του εξηγεί πως δεν υπολόγισε σωστά  το βάθος με αποτέλεσμα να πέσει πάνω στα βράχια. Με μια γρήγορη ματιά φάνηκε πως η βάρκα έχει πάθει αρκετή ζημιά έτσι ώστε να μπορεί  να ξαναβγεί στο νερό. Τον καλεί αμέσως μέσα. Του προσφέρει στεγνά και ζεστά  ρούχα και ετοιμάζει ένα πιάτο ζεστό φαγητό. Αμέσως πιάνει τον ασύρματο και ενημερώνει για την κατάσταση. Ξέρει πολύ καλά  πώς είναι να περιμένεις νέα για κάποιον που λείπει. Τα σύννεφα πυκνωσαν πλέον για τα καλά και εχουν κατέβει τόσο χαμηλά που μοιάζουν έτοιμα να αγγίξουν τον φάρο. Η ένταση του ανέμου αυξήθηκε και η καταιγίδα είναι προ των πυλών. Η πόρτα του φάρου με μια ισχυρή ριπή ανέμου ανοίγει διάπλατα και οι δύο άνδρες σηκώθηκαν για να την κλεισουν. Τα σχεδόν ενενήντα χρόνια του ηττήθηκαν από τα σαράντα του ξαφνικού επισκέπτη που πρόλαβε  και την έκλεισε. Του εξηγει πώς έφτασε ως εδώ. Η βροχη αρχισε να πέφτει δυνατή και ο γερο-φαροφυλακας πιάνει να σκαλίζει τη φωτιά για να τη ζωντανέψει.
   Έφτανε πια απόγευμα. Η ώρα είχε περάσει τόσο  γρήγορα με παρέα και κουβέντα. Φτιάχνει και για τους δύο τους από ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι. Συνεχίζουν την κουβέντα τους. Ο καιρός έξω τους μύνησε πώς μόνο ένας  τρελός θα μπορούσε να διασχίσει τη θάλασσα  αυτή την ώρα  οπότε η διανυκτέρευση του νεαρού άνδρα ήταν πια μονόδρομος, κάτι που τους επιβεβαίωσε λίγα λεπτά αργότερα η φωνή μέσα απ'τον ασύρματο. Ο νεαρος άνδρας δεν φάνηκε να ενοχλήθηκε με αυτή την εξέλιξη. Το νεαρό  της ηλικίας του τον έκανε να το δει ολο αυτο σαν μια εμπειρία. Ποτέ ξανά δεν είχε μείνει σε φάρο. Ήταν ευκαιρία λοιπόν να δει πώς λειτουργεί όλο αυτό το σύστημα. Μα ούτε και ο μπάρμπα-Νικολας δυσανασχέτησε. Καλή ήταν που και που μια συντροφιά. Ανεβαίνουν τα σκαλιά και μπαίνουν στο μικρό δωμάτιο όπου θα ο φαροφυλακας θέτει σε λειτουργία  τον φάρο. Το φως ανάβει.
   Πίσω στο καθιστικό οι δύο τους φτιάχνουν ένα αυτοσχέδιο κρεβάτι για τον φιλοξενούμενο κοντά στο τζάκι. Η καταιγίδα γύρω τους ήταν σε εξέλιξη, μα μέσα στον φάρο είναι τόσο ζεστά που δύσκολα μπορεί να αντιληφθει κάποιος τι συμβαίνει έξω. Κατά τα μεσάνυχτα αποφασίζουν να πάνε για ύπνο με τη φωτιά να σιγοκαίει χαρίζοντας ένα γλυκό ροδοκοκκινο χρώμα στο χώρο.
   Το επόμενο πρωί, δεν θυμίζει σε τίποτα την χτεσινή ημέρα. Ένας λαμπρός ήλιος απλώνεται στον πεντακάθαρο από σύννεφα ουρανό και η θάλασσα απλώνεται γαλήνια. Ανεβαινουν και οι οι δύο τους πάνω να σβήσουν τον φάρο. Ατενίζουν τον ορίζοντα. Ακόμα και στον γέρο φαροφύλακα φαίνεται απίστευτη η τόση γαλήνη. Η ενημέρωση από την ακτοφυλακη ήρθε την ώρα που έπαιρναν το πρωινό τους πάνω στο μπαλονάκι. Ο γεράκος ρίχνει μια ματιά στον αυτοσχέδιο κηπακο  του. Έστεκε ακόμα εκεί αγέρωχος, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Χαμογέλασε ανακουφισμένος.
   Οι διασωστες εφτασαν και ο νεαρός άνδρας επιβιβάζεται ασφαλής πλέον στο σκάφος τους. Του πρότεινε  να πάρει την απόφαση και να βγει απ τον φάρο. Ο φαροφυλακας του έγνεψε. Φεύγοντας το σκάφος, κατάλαβε πόσο μοναδική ήταν  η ζωή του εδώ πάνω στον φάρο. Του αρεσε να βλεπει που και που ανθρώπους,μα προτιμούσε τη μοναξιά. Για κείνον ειναι κάτι σαν τελετουργικό. Κάθε φορά που ανάβει τον φάρο, το κάνει με ευλάβεια. Οι φάροι έχουν ταυτιστεί με το φως,με την ελπίδα. Ακόμα και τα πιο άγρια κύματα δεν καταφέρνουν ποτέ να τους γκρεμίσουν. Ένας ναυτικός θα σου πει με σιγουριά πως είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς άλλος τη λύτρωση που νιώθουν όταν μέσα στα σκοτάδια και την αγριεμένη θάλασσα αντικρίζεις το φως τους....

Τρίτη, Δεκεμβρίου 25, 2018

Η διάσωση των Χριστουγέννων


      





       Το χιόνι για άλλη μια φορά είχε καλύψει τα πάντα. Όμως ο Άγιος Βασίλης και τα ξωτικά του πιστοί κάθε χρόνο αιώνες τώρα στη δουλειά τους, εργάζονταν πυρετωδώς για να τελειώσουν την κατασκευή και συσκευασία των δώρων που ζήτησαν τα παιδάκια σε όλον τον κόσμο. Γράμματα με λίστες σωρό απ΄τα παιδιά απ΄ άκρη σ΄άκρη της γέμισαν ξανά το τεράστιο-ίσα με ένα οικοδομικό τετράγωνο-κόκκινο γραμματοκιβώτιο του πιο λατρεμένου αγίου. Το παιχνιδοεργαστήριο του λοιπόν αυτή την ώρα είναι γεμάτο από σκόρπια γράμματα, άλλα ήδη ανοιγμένα και διαβασμένα και άλλα ακόμα κλειστά, από λογιών-λογιών παιχνίδια που κατασκευάστηκαν για τα παιδιά: ποδήλατα, κούκλες, αμαξάκια και ό,τι άλλο η φαντασία των παιδιών μαγείρεψε και η καρδιά τους λαχτάρησε, από εκατοντάδες ξωτικά που τυλίγουν τα δώρα και γεμίζουν τις σακούλες. Και όσο περνά η ώρα, τόσο αυξάνεται η χαρά και η προσμονή για όλους. Η χριστουγεννιάτικη μελωδία που ντύνει ευχάριστα την όλη ατμόσφαιρα, κρατάει τη ζωντάνια στα ύψη και τα ξωτικά ευδιάθετα. Η Βασιλίνα, η πιστή σύζυγος του Άη Βασίλη μαζί με την βοηθό της την Μαίρη ψήνουν  ολημερίς λαχταριστά φαγητά και γλυκά και όλο το παιχνιδοεργοστάσιο μοσχοβολά! Αυτή τη χρονιά, όπως και εκατοντάδες άλλες χρονιές πριν απ΄αυτή, ο Άγιος Βασίλης ελέγχει δύο φορές τη λίστα του για να σιγουρευτεί πως κανένα μα κανένα παιδάκι δεν θα ξεχαστεί και φέτος. Το βιβλίο και το πάζλ του Μανώλη, η κούκλα της Εμμανουέλλας εκείνη με τη μακριά, ξανθιά πλεξούδα και το ροζ καρό φορεματάκι και τα λευκά παπούτσια, μπαίνουν προσεκτικά στον σάκο. Σειρά έχουν το κόκκινο πυροσβεστικό όχημα που ζήτησε ο Πέτρος, το τρένο του Σεραφείμ, τα κουζινικά της Ελισσώς, η κούκλα-μωρό της Κωνσταντίνας και φυσικά το ποδήλατο που ζήτησε στο γράμμα της για τον δίδυμο αδερφό της τον Βασίλη, τονίζοντας στον Άγιο Βασίλη πως αν τύχει και του διαφύγει, θα έχει να κάνει μαζί της. Αυτά και άλλα πολλά μπαίνουν στον κόκκινο σάκο, κάνοντάς τον να μοιάζει έτοιμος να εκραγεί.
            Μια εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα και ο άγιος επισκέπτεται ξανά τον στάβλο όπου ξεκουράζονται οι αγαπημένοι του τάρανδοι. Τους δίνει από το καλύτερο σιτάρι της χρονιάς, πολλά κατακόκκινα μήλα-λαχταριστό γεύμα που ξετρελαίνονται να τρώνε- και φυσικά πολύ νερό για να ξεδιψάσουν. Τους ταράνδους του τους αγαπάει πολύ και τους φροντίζει ακούραστα όλον τον χρόνο, καθώς μ΄αυτούς θα ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο, μοιράζοντας τα δώρα στα παιδιά. Πρώτα πλησιάζει τον Ρούντολφ-τον πιο αγαπημένο του ανάμεσα στους ταράνδους-ο οποίος φαίνεται να είναι μελαγχολικός και πεσμένος. Η μύτη του που συνήθιζε να είναι κατακόκκινη και λαμπερή, τώρα έχει πάρει το χρώμα του κεχριμπαριού, πορτοκαλί και είναι θαμπή, θολή. Ακόμα και όταν του γέμισε το παχνί του με φαγητό, εκείνος κούνησε άκεφα το κεφάλι του.
«Άγιε…», του είπε χαμηλόφωνα. «Νομίζω πως είμαι άααααα…ψοοουυυ».
«Ω, μικρέ μου», είπε ξεφυσώντας ο Άγιος Βασίλης. «Ελπίζω να νιώσεις καλύτερα σύντομα, διαφορετικά δεν θα μπορέσεις να μας ακολουθήσεις στο ταξίδι φέτος. Φάε πολύ και ξεκουράσου καλά. Θα έρθω ξανά αργότερα να δω πώς είσαι».
      Ο Ρούντολφ χαμήλωσε το κεφάλι στο έδαφος. Καθώς ο Άγιος πλησιάζει προς τον Τολμηρό, ακούει ένα βροντερό φτέρνισμα και ένα πνιγερό βήχα.
«Τολμηρέ, εσύ ήσουν αυτός; Μη μου πεις ότι αρρωσταίνεις και εσύ…», είπε φοβερά αναστατωμένος. 
        Ο Τολμηρός κούνησε το κεφάλι του επιβεβαιώνοντας τις υποψίες του Άγιου Βασίλη.
«Πολύ φοβάμαι πως όλοι μας είμαστε άρρωστοι. Η Βροντή πριν φτερνίστηκε τόσο δυνατά που κόντεψαν να ξεριζωθούν τα μικρά της κέρατα».
       Ο Άγιος Βασίλης που τόσο φροντίζει την ομάδα του να είναι δυνατή και υγιής, τώρα την βλέπει άρρωστη και ταλαιπωρημένη και δεν ξέρει τι να κάνει. Αμέσως του έρχεται στο μυαλό μια καταπληκτική ιδέα. Παίρνει τηλέφωνο τον Σάινι Ούπατρι. Οι δυο τους μαζί ίδρυσαν αυτό το καταπληκτικό χωριό. Ο Σάινι γνωρίζει έναν καταπληκτικό κτηνίατρο, όμως μένει στην άλλη άκρη του Βόρειου πόλου. Τα λόγια όμως του Σάινι τον έπεισαν να έρθει και να βοηθήσει τους ταράνδους του Άη Βασίλη που υποφέρουν. Ευτυχώς οι ώρες αναμονής ώσπου να διασχίσει ο γιατρός όλο το Βόρειο πόλο πέρασαν γρήγορα και στις πύλες του χωριού τον υποδέχτηκε με χαρά ο Πέππερ Μίνστιχ, ο πιστός φρουρός του μυστικού περάσματος για το χωριό του Άη Βασίλη, ο οποίος τον μετέφερε γρήγορα στον στάβλο. Ο διάσημος κτηνίατρος αφού έβγαλε όλα τα ιατρικά εργαλεία του, εξέτασε έναν-έναν προσεκτικά όλους τους ταράνδους. Τους ακροάστηκε με το στηθοσκόπιο, ζητώντας τους να πάρουν βαθιές ανάσες, ξεφυσώντας ύστερα τον αέρα και ρίχνοντας φως με τον μικροσκοπικό φακό του στα τεράστια αυτιά τους. Ο Άγιος Βασίλης περίμενε υπομονετικά και χωρίς να μιλά, τον γιατρό να τελειώσει την εξέταση, που εκείνη την ώρα κατέγραφε τον πυρετό τους και έλεγχε τις μυτούλες τους. Μόλις τελείωσε, πλησίασε σοβαρός το ηλικιωμένο γενειοφόρο ξωτικό με τα κόκκινα ρούχα και τις μαύρες μπότες.
«Λοιπόν, είναι αυτό που υποψιαζόμουν από την αρχή», του λέει και σταματάει για λίγο. «Οι τάρανδοί σου πάσχουν από ταρανδοϊωση».
«Μα τα χίλια ξωτικά των Χριστουγέννων!», αναφώνησε ο Άγιος Βασίλης. «Μα τι σημαίνει αυτό, γιατρέ; Θα γίνουν καλά οι τάρανδοί μου; Πόσο σοβαρό είναι αυτό και τι μπορώ να κάνω εγώ;»
«Ηρέμισε, άγιε. Θα είναι μια χαρά. Απλά κόλλησαν τη γρίπη των ταράνδων. Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα είναι καλά ως την Παραμονή των Χριστουγέννων για να μοιράσεις μαζί τους τα δώρα».
       
       Ο Άγιος Βασίλης απογοητευμένος χαμήλωσε το κεφάλι. Σκεπτικός χάιδευε την μακριά, λευκή γενειάδα του. Ευχαρίστησε τον γιατρό για την διάγνωση και τις συμβουλές του.
«Να βεβαιώνεσαι ότι πίνουν πολλά υγρά και ότι ξεκουράζονται αρκετά. Σε λίγες εβδομάδες θα είναι πάλι γεροί και δυνατοί σαν την βροχή».

       Ο γιατρός είπε την τελευταία του κουβέντα και ανέβηκε στο έλκηθρο που θα τον γυρνούσε πίσω. Ο Άγιος γύρισε απογοητευμένος στο εργαστήριό του καθώς έπρεπε να πει τα δυσάρεστα νέα στους υπόλοιπους, στα ξωτικά και τη Βασιλίνα.
«Φοβάμαι πως είμαι αναγκασμένος να ακυρώσω τα Χριστούγεννα για φέτος. Χωρίς τους τάρανδους μου δεν έχω κανένα άλλο τρόπο να ταξιδέψω σε όλη τη Γη και να παραδώσω τα δώρα στα παιδιά», είπε και ένα δάκρυ κύλισε από τα γερασμένα, γκρίζα μάτια του.

       Όλα μαζί τα ξωτικά αναστέναξαν βαριά στο άκουσμα της είδησης για την κατάσταση των ταράνδων αλλά και της πρωτάκουστης απόφασης του Άγιου Βασίλη να ακυρώσει τα Χριστούγεννα. Ποτέ στα χιλιάδες χρόνια της ζωής τους δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο και τώρα δεν ξέρουν πώς να το διαχειριστούν. Όλα μαζί ψιθύριζαν και κοιτούσαν με μάτια μελαγχολικά σαν το παιδί που του έπεσε η μπάλα παγωτό από το χωνάκι.

«Σίγουρα θα υπάρχει κάποιος τρόπος να παραδοθούν τα δέματα στα παιδιά», ακούστηκε η γλυκιά φωνή της Βασιλίνας που τόση ώρα στέκονταν σιωπηλή.
«Θα μπορούσαμε να τα στείλουμε με το ταχυδρομείο ή να τα ρίξουμε με αλεξίπτωτα απ΄το αεροπλάνο¨, είπε με αφέλεια ο νάνος Χαζούλης.
«Ωωωω, Χαζούλη χρησιμοποίησε το κεφάλι σου και για κάτι άλλο εκτός από το να ισορροπείς τους ώμους σου», απάντησε μουτρωμένος ο νάνος Γκρινιάρης.

Χμ, και επειδή απορείτε, ο Χαζούλης και ο Γκρινιάρης, ξέρετε οι γνωστοί, άφησαν το μικρό σπιτάκι τους που ζουν με τους άλλους 5 νάνους και δέχτηκαν να βοηθήσουν τον Άγιο Βασίλη και τα ξωτικά του καθώς φέτος τα γράμματα των παιδιών ξεπέρασαν κατά πολλές χιλιάδες τα γράμματα των περασμένων ετών.

«Δεν βλέπω να μας λες και μια πιο σοφή ιδέα εξυπνάκια», του απάντησε ο Χαζούλης.
«Ελάτε τώρα, σταματήστε», μπήκε στην μέση ο Άγιος Βασίλης. «Εκτιμώ την προσπάθεια του Χαζούλη να βρει μια λύση, όμως το ταχυδρομείο θα καθυστερήσει πολύ και η ρίψη από το αεροπλάνο δεν θα είναι ακριβής. Και μην ξεχνάμε ότι τα δώρα των παιδιών θα σπάσουν πέφτοντας από τόσο μεγάλο ύψος».
«Είδες; Σου είπα ότι οι ιδέες σου είναι ανόητες», πετάχτηκε πάλι ο Γκρινιάρης.

       Ο Άγιος Βασίλης ενοχλημένος από την συμπεριφορά του αυθάδη νάνου, χαμήλωσε με τον δείχτη του χεριού του τα γυαλιά απ΄την μύτη του και τον κοίταξε. Αν και δεν είπε ούτε μία λέξη, ο νάνος κατάλαβε ότι η συμπεριφορά του δεν άρμοζε ούτε σε αυτή αλλά ούτε και σε καμιά άλλη περίσταση. Αν συνέχιζε, λοιπόν, κινδύνευε να τιμωρηθεί μπαίνοντας στο δωμάτιο με τα παλιά χαλασμένα παιχνίδια μέχρι την Πρωτοχρονιά. Ήταν κάτι που γνώριζε απ΄όταν μπήκε στο χωριό του Άη Βασίλη.

«Συγνώμη Άγιε Βασίλη, συγνώμη Χαζούλη», είπε ταπεινά και χαμηλόφωνα καθώς πλησίαζε διστακτικά τον πάγκο με τα φορτηγά.

«Το ξέρεις βαθιά μέσα σου ότι μόνο μια λύση υπάρχει στο πρόβλημα και πως παρόλο που μισείς να το ζητήσεις, θα έσωζε τα φετινά Χριστούγεννα», ακούστηκε ξανά η γλυκιά φωνή της Βασιλίνας. Η πρότασή της συνοδεύτηκε από ένα απαλό χάδι στο ρυτιδιασμένο χέρι του πιο διάσημου ξωτικού.
«Όχι, όχι και πάλι όχι! Δεν θα του ζητήσω ποτέ μα ποτέ βοήθεια», φώναξε ο Άγιος Βασίλης καθώς κατάλαβε τις προθέσεις της γυναίκας του.
«Ώστε η περηφάνια σου είναι μεγαλύτερη από την αγάπη σου για τα παιδιά!», του απάντησε εκείνη και αυτή τη φορά ο τόνος και η χροιά της φωνής της δεν θύμιζε σε τίποτα την γλυκιά κυρία που ήταν μέχρι πριν λίγο. 
Η Βασιλίνα ποτέ πριν δεν είχε μιλήσει έτσι στον σύζυγό της και εκείνος τώρα την κοιτούσε έκπληκτος. Ήταν πάντα υποστηρικτική και του μιλούσε πάντα με τα πιο γλυκά λόγια(κάποιες φορές πιο γλυκά και απ΄τα γλυκά που έφταχνε). Τώρα όμως η επιπόλαιη και εγωιστική απόφασή του θα κατέστρεφε την πιο όμορφη στιγμή εκατοντάδων χιλιάδων παιδιών σε όλον τον πλανήτη. Και κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον να του επιτρέψει να συμβεί. Θα τον σταματούσε με κάθε τρόπο.

«Εεεεντάξει…», συμφώνησε απρόθυμα ο Άγιος Βασίλης. «Όμως δεν σου υπόσχομαι ότι θα βγει κάτι από αυτό. Ξέρεις πόσο εγωιστής άνθρωπος είναι», πρόσθεσε και ίσιωσε την φορεσιά του.

        Η Βασιλίνα χαμογέλασε πλατιά και ήρθε ξανά στο πρόσωπό της αυτή η γνώριμη γλύκα.
Ήξερε ότι ο άντρας της είναι λιγουλάκι εγωιστής, μα ήξερε επίσης και πώς να του αλλάξει την γνώμη. Έτσι λοιπόν, χωρίς να χαθεί κι άλλος πολύτιμος χρόνος, ανέβηκε στο έλκηθρό του, εκείνο που έχει για τις καθημερινές δουλειές του, όχι αυτό που πετάει, και ξεκίνησε για το μέρος στο οποίο είχε να πατήσει περίπου έναν αιώνα.
       Σε λίγες ώρες η πόλη απλωνόταν μπροστά στο έλκηθρό του, ενώ ένα φωτεινό ουράνιο τόξο που ήταν χαραγμένο πάνω στον ουρανό την αγκάλιαζε σαν αψίδα. Το σπίτι δεν ήταν και δύσκολο να θυμηθεί που βρισκόταν και έτσι σε λίγα λεπτά βρισκόταν μπροστά στην είσοδο. Σήκωσε ψηλά το βλέμμα και χάζεψε το ψηλό, επιβλητικό κτήριο. Ίσιωσε την φορεσιά του, μάζεψε όσο κουράγιο μπορούσε να μαζέψει και χτύπησε αποφασιστικά το κουδούνι. Περίμενε υπομονετικά ώσπου κάποιος να εμφανιστεί στην πόρτα. Δεν περίμενε πολύ και η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Πίσω της στεκόταν ο Πέρπλ ντυμένος φυσικά την μωβ φορεσιά του, με το μωβ παλτό του τυλιγμένο με παχιά γούνα σε χρώμα-μα τι άλλο; ΜΩΒ!- και με μια βαριά χρυσή ζώνη να πιέζει την στρουμπουλή κοιλιά του.

«Γεια σου,Πέρπλ», ήταν το μόνο που είπε για να λάβει το ίδιο ως απάντηση, μόνο που συνοδευόταν από μια βαθιά εκπνοή.
Και αφού τα δυο ξωτικά στεκόντουσαν εκεί αμίλητα, ακούνητα το ένα απέναντι στο άλλο κάνοντας τη στιγμή να μοιάζει με μια αιωνιότητα, ο Άγιος Βασίλης αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή.
«Λοιπόν, θα μου επιτρέψεις να περάσω ή θα με αφήσεις να σου πω όσα θέλω από εδώ;»
«Εεεε,χμ χμ ναι…»απάντησε ο Πέρπλ αμήχανα και έκανε ένα βήμα πίσω για να επιτρέψει στον επισκέπτη του να περάσει με άνεση.
«Ποιος άνεμος σε έφερε μιας που είχαμε χρόνια να δούμε πατημασιά σου εδώ;», τον ρώτησε δείχνοντάς του ταυτόχρονα με την παλάμη του μια θέση στον καναπέ.
«Ακριβώς εκατό χρόνια. Όμως μην παίρνεις θάρρος, Πέρπλ. Δεν θα βρισκόμουν εδώ αυτή τη στιγμή αν η Βασιλίνα δεν με παρακαλούσε τόσο».
«Ωωω, πώς είναι η ευγενική κυρία;», ρώτησε εύθυμα το ξωτικό που λάτρευε το μωβ.
«Από πότε σε ενδιαφέρει πώς είναι η κυρά μου;», τον ρώτησε ξερά ο Άγιος Βασίλης.
Έκανε πάλι να μιλήσει, μα δίστασε.
«Ήρθα…», έκανε την αρχή. «Ήρθα για να ζητήσω τη βο…εμ, χμ…δηλαδή, ήρθα γιατί θέλω τη βο…εεεεμμ, αυτό που θέλω να πω είναι ότι ήρθα γιατί χρειάζομαι τη βο…ΜΑ ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΟΥΠΟΥΛΕΝΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ! ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΩ ΑΥΤΗ ΤΗ ΛΕΞΗ!», κατέληξε ο Άγιος Βασίλης.
«Χμ ,μήπως η λέξη που χρειάζεσαι είναι βοήθεια;», είπε ο Πέρπλ προσπαθώντας να κρύψει ένα μικρό γελάκι. «Ήρθε ο διάσημος Άγιος Βασίλης ως εδώ να ζητήσει βοήθεια από τον παλιόφιλό του;», είπε ο Πέρπλ μη μπορώντας πλέον να συγκρατήσει τα γέλια του.
«Τώρα καταλαβαίνω πως όλο αυτό ήταν ένα μεγάλο λάθος. Δεν έπρεπε να έχω έρθει εδώ σήμερα. Αν δεν ήταν τα εκατοντάδες παιδιά σ΄όλη τη Γη που θα απογοητευτούν, θα έκανα άλλον έναν  αιώνα χωρίς να σε δω!», απάντησε πικραμένα ο Άγιος Βασίλης.
Ο Πέρπλ ξαφνικά σοβάρεψε.
«Ω, έλα τώρα παλιόφιλε. Χτες πέρασε από εδώ ο γιατρός και με πληροφόρησε για την κατάσταση των ταράνδων σου. Ήξερα, λοιπόν, πως θα περνούσες. Λυπάμαι πολύ, φίλε».
«Ώστε λοιπόν γνωρίζεις για τους φτωχούς ταράνδους μου και πως δεν θα είναι σε θέση ως τα Χριστούγεννα να κάνουν  το ταξίδι μου σ΄όλη τη Γη για να μοιράσω τα δώρα. Γι΄αυτό δεν απόρησες όταν με είδες στο κατώφλι σου», είπε με παράπονο ο Άγιος Βασίλης.
Ο Περπλ συμφώνησε σιωπηλά.
«Έτσι σκέφτηκα ότι ίσως θα μπορούσες να ξεχάσεις μια για πάντα ό,τι συνέβη και να με βοηθήσεις. Είσαι ο μόνος που μπορεί να το κάνει. Ξέρω ότι μπορείς».
Ο Περπλ αφού το σκέφτηκε για λίγο του είπε: 
« Είσαι πρόθυμος να παραδεχτείς ότι ήταν λάθος σου να με αποκαλέσεις γεροτσιγκούνη και πως δεν έχω καρδιά για να μπορέσω να μεταδώσω το καλό πνεύμα της ευχαριστιάς;»
Τα δυο γέρικα ξωτικά κάθονταν σιωπηλά. Ο Πέρπλ αφού είδε ότι δεν λάμβανε απάντηση, επανέλαβε την ερώτηση: « Είσαι πρόθυμος, Άγιε;»
Ο Άγιος Βασίλης έσμιξε τα φρύδια και τα μικρά του μάτια σχεδόν χάθηκαν από κάτω τους. Ξαφνικά ένοιωσε βαριά τα γυαλιά πάνω στη μύτη του.
«Δεν θυμάμαι να τα είπα ακριβώς έτσι. Απλά ότι θα μπορούσες να είσαι πιο γενναιόδωρος».
«Ααα, όχι! Θυμάμαι τα λόγια σου καλά! Τώρα είσαι σε θέση να τα πάρεις όλα πίσω;».
Ο Άγιος Βασίλης δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι κατά βάθος τότε είχε κάνει λάθος, μα για το καλό των Χριστουγέννων ήταν πρόθυμος να το κάνει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κατάπιε την  περηφάνια του.
« Εντάξει, λοιπόν, το παραδέχομαι. Ήταν λάθος μου να πω όλα αυτά που είπα για σένα. Σου ζητώ ειλικρινά συγνώμη».
«Η συγνώμη σου γίνεται δεκτή. Και για να δεις ότι ο παλιόφιλός σου είναι σωστός και δίκαιος, σου ζητώ και εγώ συγνώμη που σου είπα ότι φαίνεσαι ανόητος φορώντας αυτά τα κατακόκκινα ρούχα και πηγαίνοντας πέρα δώθε και τρυπώνοντας τα βράδια από καμινάδες».
«Τι; Δεν θυμάμαι ποτέ να μου είπες κάτι τέτοιο, Περπλ», απάντησε απορημένος ο Άγιος Βασίλης.
«Χα,χα,χα έχεις δίκιο φίλε μου. Στην πραγματικότητα το είπα στον δημοσιογράφο που μου πήρε συνέντευξη ρωτώντας με πως νιώθω που είχα, έχω, τέλος πάντων φίλο που αντιπροσωπεύει τα Χριστούγεννα».
Ο Άγιος Βασίλης κούνησε τη μύτη του δεξιά-αριστερά. 
« Θεωρώ πως μου άξιζε λιγάκι», είπε και έσκασαν και οι δυο στα γέλια.
Ο Περπλ σηκώθηκε με δυσκολία από την αγαπημένη του πολυθρόνα και έκανε σήμα στον φίλο του να τον ακολουθήσει. Πλέον ήταν πάνω από δύο χιλιάδες ετών. Αν και ξωτικό, είχε αρχίσει πια να κουράζεται. Πλησίασε σε ένα ράφι που ήταν πάνω από το τζάκι του. Πήρε στα χέρια του ένα πολυκαιρισμένο μωβ, βελούδινο σακουλάκι και το έβαλε στα χέρια του Άγιου Βασίλη.
«Απλά σκόρπισέ τη τριγύρω στο έλκηθρό σου και μια δυνατή και υγιής ομάδα ταράνδων θα εμφανιστεί έτοιμη να σε βοηθήσει να ολοκληρώσεις το ταξίδι σου. Πρόσεχε μόνο, να καταφέρεις να γυρίσεις πριν τα μεσάνυχτα και να προσγειωθείς ξανά, διαφορετικά οι τάρανδοι θα εξαφανιστούν και θα σε αφήσουν στον αέρα».
Ο Άγιος Βασίλης ακούγοντας την τελευταία συμβουλή του Περπλ, τον κοίταξε παραξενεμένος. Ο Περπλ δεν κατάλαβε γιατί τον κοιτούσε τόσο παράξενα.
«Ω, όχι! Στάσου! Χα, χα, χα!, έσκασε στα γέλια μόλις κατάλαβε τι είχε πει και η στρογγυλή μωβ κοιλιά του έτρεμε σαν γιγάντιο ζελέ.
«Μάλλον μπερδεύτηκα με την κολοκύθα της Σταχτοπούτας! Χα, χα, χα! Εσύ θα πρέπει να έχεις προσγειωθεί πάνω στη Γη μέχρι το πρωί, πριν η πρώτη αχτίδα του ήλιου ακουμπήσει στη Γη!», είπε και έξυσε το κεφάλι του από αμηχανία.
Έσκασαν και οι δυο τους στα γέλια. Μπορεί τα τόσα χρόνια μακροζωίας να τους έχουν κάνει πάνσοφους, όμως κάποιες πληροφορίες μπερδεύονται λιγάκι στο μυαλό τους. Ο Άγιος Βασίλης κράτησε σφιχτά στην χούφτα  του το πολύτιμο δώρο και το έβαλε προσεκτικά στην εσωτερική τσέπη του παλτού του. Στάθηκε για ένα λεπτό και τα μάτια του γέμισαν με δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης.
«Πες στις νεράιδες σου ότι απόψε θα αφήσω κάτι γι αυτές. Όπως και για σένα, φυσικά, παλιέ, καλέ μου φίλε».
Λέγοντας αυτό άνοιξε τα χέρια του και αγκάλιασε σφιχτά τον Πέρπλ. Ανέβηκε ξανά στο έλκηθρό του και διέσχισε την πόλη. Στο δρόμο για την επιστροφή στο Χωριό έκανε και μερικές φιγούρες, αφήνοντας τα χνάρια του. Γυρνώντας όλοι τον υποδέχτηκαν με χαρά και το χαμόγελό του έφερε ανακούφιση, πως όλα πήγαν καλά. Η Βασιλίνα ήταν τόσο περήφανη μετά από όσα της εκμυστηρεύτηκε ο καλοκάγαθος κοκκινοφόρος άνδρας που του σέρβιρε διπλή μερίδα απ τη λαχταριστή σούπα που ο ίδιος λάτρευε. Ο Άγιος Βασίλης την ρούφηξε στο λεπτό.
            Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων ο Άγιος Βασίλης έκανε ακριβώς ότι του είχε πει ο Περπλ και έτσι, απ΄το πουθενά μία ομάδα δυνατών και υγιών τάρανδων έκανε την εμφάνισή της μπροστά από το έλκηθρό του, έτοιμη να τον μεταφέρει από σπίτι σε σπίτι απ άκρη σ άκρη στον πλανήτη. Έτσι λοιπόν, να Χριστούγεννα σώθηκαν και μια παλιά φιλία αποκαταστάθηκε. Όσο για το πώς αρρώστησαν οι τάρανδοι του Άγιου Βασίλη, αυτό είναι είναι μια άλλη ιστορία, που θα την διηγηθούμε μια άλλη φορά.















Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2018

Τ' αγκάθι






Ποτέ δεν θα μπορέσει να με αγαπήσει.
Είμαι τ’ αγκάθι και εκείνη το ρόδο,
στα φύλλα ανάμεσα, ένα ψεγάδι. 
Μα αυτή είναι η ζωή μου και έτσι θα συνεχίσει. 
Ποτέ δεν θα μπορέσει να μ’ αντικρύσει. 
Εκείνη πάντα θα κοιτά τον ήλιο.
Μα δεν μπορώ να τον μισήσω. 
Μ’ αυτόν αρχίζει η ζωή της.
Όμως πάντα θα παραμεινω τ’ αγκάθι 
που θα προσέχει το ρόδο.
Ντελικάτο και εύθραυστο.
Και εκείνη ας μην το ξέρει.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 03, 2018

Προσευχή



           
 






Ο ήλιος χάνει για άλλη μια φορά την παρτίδα. Ρίχνει στα κλεφτά την τελευταία ματιά. Και το σκοτάδι παίρνει τον έλεγχο. Το άσπρο και το μαύρο γίνονται γκρι και τότε εσύ θυμάσαι την προσευχή. 
Η αυγή δεν έχει έρθει ακόμα και το σκοτάδι συνεχίζει να πέφτει πηκτό. Και μιας που το φως της καινούριας μέρας αργεί ακόμα να ξεχυθεί άπλετο σκορπίζοντας μακριά τα πνεύματα, την ώρα εκείνη που η νύχτα είναι πιο σκοτεινή, την προσευχή σου θυμάσαι ξανά να πεις. 
Στο καθάριο φως της ημέρας όλα είναι πάντα όμορφα. Γιατί όσο διαφεντεύει αυτό, δεν υπάρχει σκοτάδι, φοβία, καημός. Και έτσι ξεχνάς τι είναι σημαντικό. Τότε που όλα είναι διάφανα και λουσμένα στο φως, υπάρχει ελπίδα, γαλήνη, γέλιο, ρυθμός. Κοιτάς τα λουλούδια, βλέπεις τα δέντρα μα ξεχνάς ποιος είναι ο δημιουργός. Όμως όταν το χρώμα σβήσει ξανά και γοργά ο ήλιος χαθεί, γκρίζο και μαύρο πέφτει μετά, και να προσευχηθείς θυμάσαι ξανά. 
    

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2018

Βροχή


                           https://youtu.be/egLiKCVTIwo


Κοίτα! Βροχή!
Όμορφη,λυτρωτική μετά τη σκόνη και το λιοπύρι του καλοκαιριού.
Στους  δρόμους κυλά και στα στενά σοκάκια τρέχει,
δίχως κανείς να μπορεί να τη σταματίσει.

Άκου! Βροχή!
Σαν οπλές αχαλίνωτων αλόγων έτσι όπως πέφτει με κρότο πάνω στις στέγες των σπιτιων.

Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2018

Ο αρλεκίνος







Η σκηνή έχει στηθεί, 
το φως του προβολέα έχει ανάψει.
Φωτίζει το λευκό πρόσωπό του.
Σαν ηθοποιός σε τραγωδία, μόνος,
έτοιμος να ερμηνεύσει μονολόγους.
Σε αίθουσα κενή.
Για μια αγάπη χαμένη, για φίλους απόντες.
Άλλη μια φορά ντυμένος το κοστούμι του.
Με το βλέμμα του ψηλά, σταθερό,
παραμένει σιωπηλός.
Στη σκέψη του τα λόγια τ΄ ανείπωτα.
Δοσμένος στη μια και μοναδική του μούσα.
Να παίρνει αξία μέσα από τη θύμησή της.
Λόγια που του ψιθύρισε 
τότε που γυμνώθηκε μπροστά του, 
επιτρέποντας του να την κάνει δικιά του.
Δε γράφει το κείμενο.
Πάντα αυτοσχεδιάζει στη σκηνή. 
Λόγια αγάπης δεν προέκυψαν
ποτέ μέσα από γραμμές.
Θα ερμηνεύσει από καρδιάς.
Το κίνητρο σιωπηλό μέσα του.
Δεν θα βρεις χαμόγελο στο πρόσωπό του.
Δεν γελάει πια. 
Σπάνια κρύβει το δάκρυ του 
κάτω απ΄ τ’ ασπρόμαυρο μακιγιάζ του.
Για πόσο άλλωστε μπορεί να κρατήσει ένα δάκρυ; 
Για πόσο μπορεί να προσποιηθεί ένα γέλιο; 
Για πόσο να πνίξει τη θέλησή του;
Για κείνον πόνος και έκσταση αντικρυστές μαριονέτες.
Ο έρωτας, όπως και η έμπνευση, μπαίνει φουριόζος.
Σαρωτικός, ώσπου να σε στραγγίσει.
Και ύστερα σε αφήνει κενό, αφού στα έχει πάρει όλα. 
Τα ασάλευτα χείλη του επιτέλους ζωντανεύουν,
το συναίσθημα ξεσπά.
Κάθε νεύρο του συσπάται. 
Ο άνεμος παρασέρνει το μελαγχολικό του τραγούδι.
Τον παρακαλά να το φτάσει ως τ’ αυτιά της.
Και ύστερα σιωπή. Ρίχνει το βλέμμα. 
Ο προβολέας σβήνει.
Η κουρτίνα πέφτει βαριά.
Το υπόλοιπο της ζωής του κουρνιάζει εδώ,
στη σκηνή αυτή.
Έγινε αρλεκίνος.
Και εύχεται ο πόνος του να κοπάσει πια. 



Η φετινή μου συμμετοχή στη δράση Καλλιτεχνικό Ημερολόγιο 2018 του λογοτεχνικού ιστότοπου tovivlio.net:
https://tovivlio.net/Καλλιτεχνικό-Ημερολόγιο-2018/

Ανταριασμένες σιωπές





Τις μέρες σε κοιτώ μες τα μάτια
μήπως καταφέρω να μοιραστώ μαζί σου τα μυστικά μου.
 Σιωπηλά. Ούτε ψίθυρος να ακουστεί.
Τις νύχτες κρουστές σκέψεις αγκαλιάζουν σφιχτά το μυαλό μου,
γεμίζουν το κεφάλι μου ασφυκτικά.
Πόσο γλυκός ο ήχος της σιωπής. Μα και πόσο πικρός.
Και πώς να σου πω ότι είμαι εδώ για σένα
χωρίς να είμαι σίγουρη ότι δεν θα στραφείς αλλού για το ίδιο;
Πώς να σου πω πως σε ονειρεύομαι
χωρίς να ξέρω αν εσύ θα έχεις εφιάλτες μ’ αυτό;
Πώς να σου πω πως είμαι δική σου
 χωρίς να ξέρω αν θες να τ’ ακούσεις;
Πώς να σου πω το σ΄ αγαπώ
αν δεν ξέρω ότι έχει νόημα για σένα;





         Η συμμετοχή μου στη δράση "Τίτλος σπουδής" του λογοτεχνικού ιστότοπου tovivlio.net: https://tovivlio.net/Ανταριασμένες-σιωπές-3/





   

Σάββατο, Ιουλίου 15, 2017

Το κορίτσι του Καρά Ντερέ-Το τέλος(Μέρος Γ)



Η αίθουσα όπου βρισκόταν η βιβλιοθήκη, δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Δεν ήταν όμως και μικρή για ένα χωριό όπως η Σκαλωτή. Ήταν ένας χώρος περιποιημένος, προσεγμένος, με λευκά έπιπλα και πολύ καλό φωτισμό. Τα ράφια βρίσκονταν περιμετρικά στους τρεις από τους τέσσερις τοίχους της αίθουσας και με ύψος που σταματούσε ένα ράφι πριν ακουμπήσουν στο ταβάνι. Στη μέση υπήρχαν δύο σειρές από τέσσερα τραπέζια. Στον τοίχο που δεν καλυπτόταν από ράφια, υπήρχε ένα τεράστιο παράθυρο με θέα στο Καρά Ντερέ και μπροστά του ένας πάγκος με δύο υπολογιστές. Έκατσε στην καρέκλα που βρισκόταν μπροστά στον έναν από αυτούς. Μετακίνησε ελαφρά το ποντίκι για να ενεργοποιηθεί η οθόνη και διπλοκλίκαρε στο εικονίδιο της εφαρμογής. Πληκτρολόγησε τον κωδικό που ήταν γραμμένος με μεγάλα γράμματα στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή και το πρόγραμμα ξεκλειδώθηκε. Πάτησε πάνω στον μεγεθυντικό φακό, πληκτρολόγησε "Καρά Ντερέ" και πάτησε το enter. Σε μερικά δευτερόλεπτα μέσα σε ένα πλαίσιο εμφανίστηκαν όλα εκείνα τα αποτελέσματα που οδηγούσαν σε πληροφορίες γύρω από το Καρά Ντερέ. Ο συνάδελφός της την είχε ενημερώσει λέγοντας της ότι το βιβλίο που αφορούσε στα ιδιαίτερα συμβάντα που είχαν λάβει χώρα στο δάσος του Καρά Ντερέ, θα το αναγνώριζε αμέσως από το χαρακτηριστικό του εξώφυλλο. Σε ένα χαρτάκι σημείωσε τους αριθμούς των ραφιών πάνω στα οποία θα έβρισκε τα βιβλία και από κει και πέρα θα κρατούσε αυτό που την ενδιέφερε. Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Στην δεύτερη προσπάθειά της βρήκε το βιβλίο που ζητούσε. Ο νεαρός υφιστάμενός της είχε δίκιο. Το εξώφυλλο ήταν κάτι το οποίο δεν είχε ξανασυναντήσει παρόμοιό του ποτέ. Ήταν γκρι μεταλλικό, σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο. Και ήταν όλο ανάγλυφο. Στο κέντρο του ξεχώριζε έντονα ένα επίσης ανάγλυφο κοράκι. Το μάτι του είχε κόκκινο χρώμα. Η μορφή του της προκάλεσε ταραχή. Το περιεργάστηκε για λίγη ώρα. Σκάλισε με τα δάχτυλά της το παράξενο εξώφυλλο.  Το βιβλίο φαινόταν πολύ παλιό. Έκατσε σε ένα από τα τραπέζια. Ξεφύσησε και το άνοιξε. Ανασήκωσε τα φρύδια μόλις διάβασε τη φράση που ήταν γραμμένη στην πρώτη σελίδα:

"Μην ξεκινήσεις την ανάγνωση αν δεν έχεις ανοιχτό μυαλό και αδέσμευτο ψυχισμό. 
Μην ξεκινήσεις την ανάγνωση αν πιστεύεις μόνο όσα εξηγούνται με τη λογική..."




Χαμογέλασε με ένα ελαφρύ, ειρωνικό, πλάγιο χαμόγελο. Γύρισε χωρίς να το σκεφτεί στην επόμενη σελίδα. Ήταν καλυμμένη ολόκληρη από ένα ασπρόμαυρο σκίτσο. Στο ξέφωτο ενός δάσους μια νεαρή γυναίκα καθισμένη μπροστά σε ένα πιάνο, πάνω στο οποίο ήταν ένα κοράκι και ένα τριαντάφυλλο. Δεν πέρασαν παρά μόνο λίγα δευτερόλεπτα και η Ελπίδα τινάχτηκε σαν να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Θυμήθηκε το όνειρο που είχε δει. Μόνο που στο όνειρο δεν είχε δει την κοπέλα εκείνη. Όλα τα υπόλοιπα όμως ήταν ίδια: το τοπίο, το πιάνο, το κοράκι, το τριαντάφυλλο... Γύρισε στην επόμενη σελίδα και άρχισε να διαβάζει. Τις επόμενες δυόμιση ώρες τις πέρασε διαβάζοντας προσεκτικά όλα όσα ήταν γραμμένα εκεί μέσα. Το βιβλίο ήταν πράγματι πολύ παλιό και μιλούσε για μια γυναικεία οντότητα η οποία είχε στοιχειώσει πολλά-πολλά χρόνια πριν το δάσος του Καρά Ντερέ. Ο θρύλος που έχει γεννηθεί αναφερόταν σε μια νεαρή γυναίκα η ομορφιά της οποίας μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την ομορφιά των άγριων ρόδων, σαν εκείνα που φύτρωναν στον κήπο της. Το σπίτι της βρισκόταν στο σημείο που ξεκινάει τώρα το Καρά Ντερέ και ο κήπος του ήταν γεμάτος με ολόλευκες αγριοτριανταφυλλιές. Τις αγαπούσε πολύ. Τις φρόντιζε και τις περιποιούνταν συνεχώς και ποτέ δεν έκοψε ούτε ένα μπουμπούκι. Ήταν τα πιο όμορφα ρόδα που είχε δει ποτέ ανθρώπινο μάτι. Έμεινε από μικρή ορφανή και έτσι έμαθε να φροντίζει τον εαυτό της. Εκτός από τα λουλούδια της, λάτρευε επίσης να παίζει πιάνο. Ήταν της μητέρας της. Το μοναδικό πράγμα που είχε απομείνει από εκείνη για να την θυμίζει. Τα απογεύματα καθόταν δίπλα στο παράθυρο και όταν πατούσε με τα λευκά κρινοδάχτυλά της τα πλήκτρα, ο χώρος γέμιζε με γλυκιές μελωδίες. Λέγεται πως κάποτε είχε φτάσει στο χωριό, τότε που όπως έγραφε στο βιβλίο λεγόταν ακόμη Λιμπάν, πριν πάρει την ελληνική ονομασία Σκαλωτή το 1927, ένας νέος ο οποίος την ερωτεύτηκε σφόδρα και βάλθηκε να την κατακτήσει. Τόσο είχε θαμπωθεί με την ομορφιά και το παίξιμό της. Ο καιρός περνούσε και ο νέος μάταια προσπαθούσε να την πείσει, ώσπου τελικά έπεσε σε μελαγχολία. Η κοπέλα βλέποντας τον νέο σε αυτή την κατάσταση, τον λυπήθηκε και τελικά πίστεψε στα λόγια του και ενέδωσε στον έρωτά του. Στην τρίτη τους συνάντηση, βαθιά μέσα στο δάσος του Καρά Ντερέ, δίπλα στο ποτάμι με τα κρυστάλλινα νερά που κατέβαιναν ορμητικά από το χιονισμένο βουνό, τρελαμένος πλέον από την τόση ομορφιά της, έβγαλε το μαχαίρι που είχε πάντα ζωσμένο πάνω του και το κάρφωσε στο κέντρο της καρδιά της. Τα τελευταία λόγια του πριν την φριχτή πράξη ήταν πως τέτοια ομορφιά είναι τόσο απόκοσμη, που μόνο ένα δαιμονικό πλάσμα θα μπορούσε να την έχει. Τράβηξε αργά το μαχαίρι και το αίμα που ανάβλυσε από την πληγή μούσκεψε το φόρεμά της. Από τον στέρνο του έβγαλε ένα λευκό άγριο τριαντάφυλλο. Το είχε κόψει κρυφά από τον κήπο της και του είχε αφαιρέσει όλα τα αγκάθια. Το ακούμπησε πάνω στο στήθος της και από πάνω τα χέρια της. Την πήρε στην αγκαλιά του και την άφησε να γλιστρήσει στο ποτάμι. Την στιγμή εκείνη πάνω από τους δύο νέους πέταξε ένα κοράκι με κατακόκκινα μάτια. Έκανε τρεις κύκλους κρώζοντας με την χαρακτηριστική φωνή του και πέταξε μακριά.
Το πρωί της επόμενης ημέρας οι κάτοικοι του χωριού έγιναν μάρτυρες ενός παράξενου σκηνικού: τα αγριοτριαντάφυλλα στην κήπο της κοπέλας άλλα ήταν μαραμένα και άλλα κατάξερα και ριγμένα στο έδαφος. Ήταν πράγματι παράξενο κάτι τέτοιο μιας που ήταν κατακαλόκαιρο. Το πιο αδιανόητο όμως ήταν ότι από κάτασπρα που ήταν, τώρα είχαν πάρει το χρώμα της σκουριάς και κάποια άλλα πιο κόκκινα, βαθυκόκκινα, τόσο που θύμιζαν…αίμα! Ναι! Κατακόκκινα σαν το αίμα. Άλλα με πιτσιλιές που ξεχύνονταν από τα εσώτερα των πετάλων τους και άλλα ολόκληρα ντυμένα την αιμάτινη σάρκα τους. Ένα ήταν βέβαιο: όλο αυτό ήταν ένας πολύ κακός οιωνός. Η κοπέλα δεν βρέθηκε ποτέ. Όλοι πίστεψαν πως ακόμα και η φύση ζήλεψε την ομορφιά της και την εκδικήθηκε. Ο νέος εξαφανίστηκε επίσης. Κανείς όμως δεν σύνδεσε τα δύο γεγονότα, μιας που κανείς δεν ήξερε για την επαφή των δύο νέων. Από τότε το δάσος στοιχειώθηκε από την αδικοχαμένη ψυχή της. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που είχαν αναφέρει πως την έβλεπαν να περιφέρεται στην όχθες που ποταμού κρατώντας στα χέρια της ένα ματωμένο τριαντάφυλλο ή  άλλοτε το βράδυ της παραμονής του θανάτου της να ακούν τον ήχο από τρεχούμενο νερό μέσα από τον κήπο της, σαν να τον πότιζε κάποιος. Κάθε τρεις δεκαετίες την νύχτα της παραμονής της επετείου του θανάτου της ο κήπος με τις αγριοτριανταφυλλιές ζωντανεύει. Την επόμενη ημέρα είναι ολάνθιστος με κατακόκκινα τριαντάφυλλα που ως το βράδυ έχουν ξανά μαραθεί.
          Η Ελπίδα διάβαζε προσεκτικά αράδα την αράδα και προσπαθούσε να εκλογικεύσει όλα όσα ήταν γραμμένα μέσα σε εκείνο το παράξενο βιβλίο. Το σπίτι στο οποίο ζούσε ήταν το ίδιο στο οποίο αναφερόταν το βιβλίο. Το κατάλαβε από την δοσμένη με ακρίβεια τοποθεσία αλλά και από την περιγραφή του. Συνέχισε την ανάγνωση. Στις επόμενες σελίδες ήταν καταγεγραμμένα τα περιστατικά που είχαν συμβεί όλα αυτά τα χρόνια με τα περισσότερα στοιχεία κοινά μεταξύ των περιπτώσεων. Πάντα ένας νέος άνδρας, τριάντα ετών αργά το βράδυ να κατευθύνεται σαν υπνωτισμένος προς το δάσος του Καρά Ντερέ. Να στέκεται για λίγο μπροστά στην είσοδο και κατόπιν να τρέχει αλαφιασμένος και να χάνεται μέσα στο δάσος φωνάζοντας ακατανόητα λόγια. Η ώρα είχε περάσει. Η βιβλιοθήκη σε λίγα λεπτά θα έκλεινε. Μπήκε στον πειρασμό να δανειστεί το βιβλίο, παρότι όλα όσα διάβαζε έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με όσα πίστευε. Ο υπεύθυνος αφού την κοίταξε λιγάκι δύσπιστα, σημείωσε τα στοιχεία και της το παρέδωσε.
            Με το βιβλίο κάτω από την μασχάλη και με τον γιακά του παλτού της σηκωμένο για να προστατευτεί από το τσουχτερό, δεκεμβριανό κρύο, ανηφόρησε προς το σπίτι της. Έσπρωξε την αυλόπορτα που η φθορά του χρόνου την έκανε να τρίζει και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του σπιτιού της. Την ώρα που έβαζε το κλειδί στην κλειδωνιά γύρισε και κοίταξε τον ρημαγμένο κήπο. Για μια στιγμή της φάνηκε πως τα ρόδα ήταν ανθισμένα. «Ανοησίες…», σκέφτηκε και πέρασε το κατώφλι. Άφησε το βιβλίο πάνω στο τραπέζι, έβγαλε το παλτό και τις μπότες της και άναψε την σόμπα για να σπάσει την παγωνιά του σπιτιού. Σε ένα κατσαρολάκι ζέστανε λίγο από το μεσημεριανό φαγητό που είχε απομείνει, έφαγε και πήγε αμέσως να ξαπλώσει.
            Στο μυαλό της γυρνούσαν όλα όσα είχαν γίνει μέσα στην ημέρα και όλα όσα είχε διαβάσει στο παλιό, παράξενο βιβλίο. Έκανε μια προσπάθεια να απελευθερώσει το μυαλό της, να σταματήσει να ερμηνεύει τον κόσμο μόνο με τη λογική, να πάψει να πιστεύει μόνο όσα μπορεί να δει με τα μάτια και να αρχίσει να αισθάνεται. Το έλεγε και στην πρώτη σελίδα του βιβλίου. Της θύμισε αυτά που της έλεγε κάποτε η γιαγιά της. Η συμβουλή της.
«Ο κόσμος δεν είναι μόνο όσα βλέπουμε. Αυτά που δεν βλέπουμε είναι πολλά περισσότερα από αυτά που μπορούμε να δούμε». Έτσι συνήθιζε να της λέει. Και κάθε φορά της διηγούταν και από μια ιστορία που είχε συμβεί, έλεγε, πολύ παλιά και κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει. «Τα στοιχειά», έλεγε. Και παρελαύναν μέσα από τις ιστορίες της λογιών και λογιών από δαύτα. Αλλά τα αγαπημένα της ήταν οι νεράιδες. Ζούσαν έλεγε στα δάση και στα χωράφια και μάγευαν του χωρικούς, τους τρέλαιναν το καταμεσήμερο που δούλευαν στα χωράφια τους. Ή τους παίδευαν αργά την νύχτα στον ύπνο τους όταν τύχαινε να αποκοιμηθούν αποκαμωμένοι στα χωράφια. Άλλες πάλι ζούσαν κοντά στο νερό, σε λίμνες, ποτάμια και πηγές. Άλλες ήταν καλές και άλλες κακές και εκδικητικές. Και όλες είχαν μια ιστορία που βασάνιζε την ψυχή τους αιώνια και δεν τις άφηνε να ησυχάσουν. Και έτσι και εκείνες έπαιρναν εκδίκηση. Κάπως έτσι εξηγούσαν τους παράξενους πνιγμούς. Εκείνη που χρησιμοποιούσε πολύ συχνά η γιαγιά της ήταν η νεράιδα του μεσημεριού. Τα καλοκαίρια που η Ελπίδα, μικρή τότε, τα περνούσε στο χωριό με την γιαγιά της, κάποια μεσημέρια που όλο το χωριό απολάμβανε την μεσημεριανή σιέστα και ξεκουράζονταν από τον μόχθο όλης της μέρας, εκείνη αρνιόταν πεισματικά να ξαπλώσει και προτιμούσε να παίζει με τις κούκλες της, φτιάχνοντας ένα σωρό φανταστικούς διαλόγους. Τότε η γιαγιά της για να την πείσει της έλεγε πως θα περάσει η νεράιδα του μεσημεριού και πως όποιο παιδάκι δει να μιλάει, θα του κλέψει τη φωνή. Και η μικρή τότε επιτέλους πειθόταν και ηρεμούσε. Μα πού τα θυμήθηκε όλα αυτά βραδιάτικα; Άνθρωποι του χωριού, αγαθοί, σκεφτόταν. Ήταν πολύ κουρασμένη για να συνεχίσει τις σκέψεις της. Τα βλέφαρά της τα ένοιωθε από ώρα βαριά και έτσι σε ελάχιστα δευτερόλεπτα αποκοιμήθηκε.
          Τη νύχτα ξύπνησε πεθαίνοντας από τη δίψα. Μέσα στο καταχείμωνο το σώμα της ζητούσε παγωμένο νερό.  Σηκώθηκε βαριεστημένα και κατέβηκε τις σκάλες. Περνώντας από τον μικρό διάδρομο που οδηγούσε στη κουζίνα, προσπέρασε τον παλιό, θαμπό καθρέφτη που ήταν καρφωμένος στον τοίχο. Τον είχε βρει και αυτόν μαζί με άλλα παλιά αντικείμενα του σπιτιού. Προσπερνώντας τον, με την άκρη του ματιού της παρατήρησε κάτι παράξενο στο είδωλό της. Γύρισε αργά προς τα πίσω και σήκωσε το βλέμμα προς το θαμπό γυαλί. Και τότε είδε το πρόσωπο που καθρεφτιζόταν. Δεν ήταν η ίδια. Ταράχτηκε. Η μορφή που καθρεφτιζόταν ήταν μια νεαρή κοπέλα με λευκό, χλωμό πρόσωπο και χλωμά χείλη, μαύρα, μακριά και ίσα μαλλιά, με ελαφρώς γερμένο προς τα κάτω το πρόσωπο και μάτια κλειστά. Φορούσε μια σκούρα, βελούδινη κάπα και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με την κουκούλα της. Με αργές κινήσεις τράβηξε τα κορδόνια και έλυσε την κάπα, αποκαλύπτοντας ένα λευκό φόρεμα βουτηγμένο σχεδόν ολόκληρο στο αίμα. Σήκωσε το κεφάλι της απότομα και άνοιξε τα μάτια κοιτώντας την Ελπίδα κατάματα. Αυτό που αντίκρυσε ήταν φρικιαστικό. Δεν είχαν ίριδα. Ήταν σχεδόν διάφανα. Η Ελπίδα με ένα βήμα κόλλησε στον τοίχο πίσω της. Κάτι πάτησε. Στο αχνό φως που ερχόταν από την κουζίνα, στο πάτωμα κάτω από το γυμνό της πόδι, διέκρινε κάτι σαν λουλούδι. Ήταν ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ξερό και θρυμματισμένο. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό και ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Κλείδωσε την πόρτα και κουλουριάστηκε στο κρεβάτι της. Δεν έκλεισε μάτι ώσπου να ξημερώσει, προσπαθώντας ταυτόχρονα να πείσει τον εαυτό της ότι όλο αυτό ήταν απλά παιχνίδια του υποσυνειδήτου της εξαιτίας του βιβλίου που είχε διαβάσει τις προηγούμενες ώρες.
            Την επόμενη ημέρα δεν πήγε στο γραφείο. Πήρε μονοήμερη άδεια και έκατσε στο σπίτι προσπαθώντας να βάλει σε τάξη όλα αυτά που είχαν συμβεί και να ξεχωρίσει το αληθινό από το φανταστικό. Τηλεφώνησε στον Αλέξανδρο και του ζήτησε να περάσει από το σπίτι της. Αποφάσισε να του πει όλα όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ, για το όνειρο που είχε δει τότε αλλά και να διαβάσουν τη συνέχεια του βιβλίου. Ο Αλέξανδρος δέχτηκε ανόρεχτα αυτό το τελευταίο, καθώς η Ελπίδα δεν του έδωσε περιθώρια για άλλη επιλογή.
«Δηλαδή θέλεις να μου πεις ότι έχεις αρχίσει να πιστεύεις όλα όσα σου λέγαμε όλο αυτό το διάστημα;», την ρώτησε ο Αλέξανδρος μόλις εκείνη του διηγήθηκε όλα όσα έχουν συμβεί το τελευταίο διάστημα.
«Όχι, Αλέξανδρε. Δεν πιστεύω τίποτε. Απλά σου είπα τι μου συνέβη», του απάντησε πειραγμένη εκείνη.
«Και τότε γιατί δανείστηκες το βιβλίο;»
«Είχα απλά την περιέργεια να δω πως εξηγείτε εσείς την κατάσταση αυτή».
«Κοίτα, Ελπίδα, όπως μου είπες και εσύ, μέσα στο βιβλίο υπάρχουν πολλές περιπτώσεις με πολλές λεπτομέρειες που…»
«Που κάνουν το βιβλίο αυτό ένα ευφάνταστο μυθιστόρημα», τον διέκοψε η Ελπίδα. «Και μιας που το έφερε η κουβέντα, ποιος το έχει γράψει αυτό;».
Ο Αλέξανδρος ανασήκωσε τους ώμους. Η Ελπίδα το πήρε στα χέρια της. Κοίταξε στις πρώτες σελίδες, τίποτα. Κοίταξε και στις τελευταίες, αλλά πάλι δεν βρήκε κάποια πληροφορία. Ρώτησε τον Αλέξανδρο πώς βρέθηκε το βιβλίο και πότε. Για το πότε βρέθηκε κανείς δεν γνωρίζει. Όμως όπως του είχε πει η γιαγιά του, το βιβλίο αυτό ανήκε σε μια οικογένεια από τις παλαιότερες του χωριού. Πήγαινε από γενιά σε γενιά. Η οικογένεια αυτή, οι τελευταίοι απόγονοί της δηλαδή, εγκατέλειψαν το χωριό πριν από περίπου ενενήντα χρόνια. Μια ακόμα παράξενη ιστορία συνοδεύει το βιβλίο το οποίο βρέθηκε μέσα στο σπίτι εκείνο. Η γιαγιά του τότε ήταν μόλις δώδεκα ετών αλλά θυμάται ακόμα το περιστατικό που συνέβη λίγα χρόνια μετά την εγκατάλειψη του σπιτιού. Ένα βράδυ που φυσούσε μανιασμένα, μια κολώνα της ΔΕΗ κατέρρευσε με αποτέλεσμα να πιάσει φωτιά το σπίτι και να καταστραφεί ολοσχερώς. Οι πυροσβέστες που κατάφεραν να σβήσουν την φωτιά, το μόνο που μπόρεσαν να σώσουν και μάλιστα ακέραιο ήταν αυτό το βιβλίο.
Η Ελπίδα άκουγε προσεκτικά αυτά που της εξιστορούσε ο Αλέξανδρος. Προσπαθούσε να καταλάβει αν όλα αυτά που της έλεγε συνέβησαν πραγματικά ή αν απλά ήταν γεγονότα που ναι μεν συνέβησαν, αλλά κάπως διαφορετικά, μα με την πάροδο του χρόνου, τις πολλές διηγήσεις από στόμα σε στόμα και την έμφυτη τάση του ανθρώπου να δίνει μια πιο παραφυσική εξήγηση στα πράγματα, προστέθηκαν όλα αυτά τα παράλογα. Ή μήπως πάλι η γριά γιαγιά του τα είχε χαμένα και έπλαθε ιστορίες από το μυαλό της; Τον ρώτησε αν του είχε πει τον λόγο που η οικογένεια εκείνη εγκατέλειψε τότε το χωριό και γενικότερα αν ξέρει πληροφορίες γύρω από αυτή την οικογένεια. Ο Αλέξανδρος της είπε μόνο ότι η οικογένεια εκείνη είχε τρία παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι που ήταν και το μικρότερο. Τα δυο αγόρια χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο όπως τόσοι νέοι μόλις συμπλήρωναν το τριακοστό έτος της ηλικίας τους. Με δυο χρόνια διαφορά ο ένας από τον άλλο. Η Ελπίδα ανασηκώθηκε στη θέση της. Έμοιαζε σκεπτική. Και όχι τόσο γι’ αυτά που άκουγε, αλλά περισσότερο γιατί ο συνομιλητής της αναφερόταν σε αυτά με τόση σοβαρότητα και έμοιαζε να τα πιστεύει τόσο που κανείς δεν θα μπορούσε να του αλλάξει γνώμη.
« Μέσα στο βιβλίο γράφει πως όλοι οι νέοι που εξαφανίζονταν ήταν τριάντα ετών καθώς την ίδια ηλικία είχε και εκείνος που υποτίθεται ότι σκότωσε την κοπέλα». 
«Δεν υπάρχει υποτίθεται, Ελπίδα. Την σκότωσε», τη διόρθωσε ο Αλέξανδρος. 
Η Ελπίδα έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας.
«Και δεν εξαφανίζονται όλοι οι νέοι στα τριάντα ανεξαιρέτως», συμπλήρωσε. Η Ελπίδα τον κοίταξε απορημένα.
«Δηλαδή;»
«Μόνο εκείνοι που υποφέρουν από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Δεν έχεις προσέξει πως όποιος είναι πάνω από τριάντα είναι παντρεμένος; Οι νέοι του χωριού μας φεύγουν από εδώ πριν κλείσουν τα τριάντα τους χρόνια και όσοι μένουν, παντρεύονται».
Η Ελπίδα ήταν έτοιμη να βάλει τα γέλια. Μόνο που ο Αλέξανδρος το αντιλήφθηκε και σοβάρεψε ακόμα πιο πολύ με αποτέλεσμα εκείνη να το ξανασκεφτεί.
« Ελπίδα, πρέπει να γυρίσω στη δουλειά. Ξέρω πως όλα αυτά που σου είπα καθώς και όλα όσα διάβασες μέσα στο βιβλίο σου φαίνονται παράλογα. Θα σου πρότεινα να σταματήσεις να ψάχνεις τι συνέβη, γιατί δεν θα βρεις ποτέ λύση», της είπε προχωρώντας προς την πόρτα. Περνώντας το κατώφλι της, γύρισε και την κοίταξε για τελευταία φορά.
«Να θυμάσαι πως σε λίγες μέρες είναι η ε-πέ-τει-ος». Την τελευταία λέξη την πρόφερε συλλαβή τη συλλαβή και έκλεισε την πόρτα.
Η Ελπίδα δεν ήξερε αν έπρεπε να συμφωνήσει και να τα παρατήσει ή να συνεχίσει ώσπου να βρει τη λύση και να δώσει μια λογική εξήγηση για τις εξαφανίσεις που όπως κατάλαβε είχαν ξεκινήσει κάτι παραπάνω από έναν αιώνα πριν. Πρώτη φορά στη ζωή της που ήταν τόσο μπερδεμένη. Πρώτη φορά που μια σειρά από εξαφανίσεις παίρνει έναν δρόμο παράλληλο της λογικής. Και όπως είναι γνωστό, δύο παράλληλοι δεν ενώνονται ποτέ. Πήρε το βιβλίο στα χέρια της και ξεφύσησε μπαϊλντισμένη. Το ξεφύλλισε. Όπως περνούσε τις σελίδες και έφτανε στο τέλος παρατήρησε κάτι. Μια μικρή λεπτομέρεια που δεν είχε προσέξει όταν έψαχναν με τον Αλέξανδρο να βρουν ποιος θα μπορούσε να είχε γράψει αυτό το βιβλίο: η τελευταία σελίδα έλλειπε. Ήταν κομμένη. Έσμιξε τα φρύδια. Πού να ήταν άραγε η κομμένη σελίδα; Είχε κοπεί τυχαία, ή κάποιος την είχε κόψει σκόπιμα; Η Ελπίδα ως τώρα δεν είχε πιστέψει στο τυχαίο. Για όλα πάντα υπήρχε ένας λόγος. Ακόμα και αν με όλα αυτά που είχαν συμβεί το τελευταίο διάστημα η αξιοπιστία στην λογική της είχε ελαφρώς ταραχθεί, για την χαμένη σελίδα ήταν βέβαιη πως δεν είχε κοπεί τυχαία, καθώς ήταν κομμένη σχεδόν σύριζα από το υπόλοιπο βιβλίο και μόνο με μια πιο προσεκτική ματιά θα μπορούσε κάποιος να το διακρίνει. Κάποιος λοιπόν την απέσπασε σκόπιμα, είτε για να κρύψει κάτι, είτε για να οδηγήσει κάποιον στο να ψάξει γι’ αυτή τη σελίδα. Πώς όμως θα μπορούσε να ψάξει και πού; Στοιχεία δεν είχε. Χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλά της πάνω στην εσωτερική πλευρά του οπισθόφυλλου. Δεν χρειάστηκαν πολλά χτυπήματα ώσπου να ανακαλύψει ακόμα ένα μυστικό που έκρυβε το βιβλίο και ήθελε και αυτό λίγη περισσότερη παρατηρητικότητα για να έρθει στο φως. Ψαχουλεύοντας ένιωσε κάτι ανάγλυφο. Σαν κάτι να ήταν χαραγμένο. Έπιασε πιο γερά το βιβλίο και το έστρεψε ψηλά προς το φως της ημέρας. Το μαύρο χρώμα της εσωτερικής πλευράς του οπισθόφυλλου δεν την βοηθούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν χαραγμένο πάνω του. Έκανε πολλές προσπάθειες και έστρεφε το βιβλίο σε διάφορες κατευθύνσεις και κλίσεις, αλλά μάταια. Ήταν βέβαιη πως εκεί ήταν χαραγμένο κάτι που θα της χρησίμευε πολύ. Για καλή της τύχη οι χαρακιές πάνω στο οπισθόφυλλο ήταν αρκετά έντονες. Πήρε από το συρτάρι του γραφείου της μια λευκή κιμωλία και άρχισε να την τρίβει κατά μήκος της μαύρης επιφάνειας. Η σκόνη της κιμωλίας κάλυψε όλο το οπισθόφυλλο εκτός από τα χαραγμένα σημεία και αυτά που ήταν γραμμένα σχεδόν αποκαλύφθηκαν. Η Ελπίδα έφερε κοντά της το βιβλίο και προσπαθούσε να διαβάσει ένα-ένα τα γράμματα.

«Όταν το δεις, πήγαινε και ψάξε στο σπίτι της γιαγιάς σου στο Ρέθυμνο».


Η Ελπίδα τα είχε χαμένα. Η γιαγιά της, η μητέρα της μητέρας της καταγόταν από το Ρέθυμνο. Αυτό ήξερε δηλαδή. Εκεί περνούσε όλα τα καλοκαίρια της. Μήπως όλο αυτό ήταν μια σύμπτωση; Και αν δεν ήταν; Δεν το σκέφτηκε σχεδόν καθόλου. Η υπόθεση αυτή της είχε κινήσει πάρα πολύ την περιέργεια. Θα έλεγε κανείς πως το ενδιαφέρον της δεν ήταν πλέον λόγο της αστυνομικής της ιδιότητας, αλλά ήθελε πολύ να δει που θα βγει όλο αυτό. Κάτι καινούριο ανοιγόταν μπροστά της. Δεν ήταν συνηθισμένη να βαδίζει σε τέτοια μονοπάτια, μα ήθελε πολύ να δει που θα κατέληγε αυτός ο δρόμος.
Η κακοκαιρία που έπληττε την χώρα και κυρίως την βόρεια Ελλάδα είχε σαν αποτέλεσμα την ακύρωση αρκετών εναέριων δρομολογίων και έτσι δεν έμενε παρά να περιμένει την λήξη των απαγορευτικών. Μια εβδομάδα μετά, μεσημέρι πια, έχοντας αλλάξει δυο αεροπλάνα και παίρνοντας το ΚΤΕΛ από το αεροδρόμιο των Χανιών για το Ρέθυμνο βρίσκεται επιτέλους στην παλιά πόλη και στο εγκαταλελειμμένο από χρόνια σπίτι της γιαγιάς της. Το κλειδί του σπιτιού το είχε πάντα μαζί με τα δικά της, σαν ενθύμιο. Η εγκατάλειψη ήταν εμφανέστατη όχι μόνο στο εξωτερικό μα και στο εσωτερικό του σπιτιού. Μπορεί να είχαν αρκετά χρόνια να πατήσουν στο σπίτι όμως το ηλεκτρικό είχαν πολύ σωστά σκεφτεί να μην το κόψουν. Βέβαια ήταν ακόμη μέρα και το φως του ήλιου πλούσιο όπως πάντα πάνω από την μεγαλόνησο έλουζε απ’ άκρη σ’ άκρη το σπίτι. Ένα παλιό ξύλινο μπαούλο, μια ντιβανοκασέλα, ένα ντιβάνι με τις σούστες του πεταγμένες έξω και ένα πολυκαιρισμένο ξύλινο τραπέζι που το ένα του πόδι ήταν σπασμένο και στραβοπατούσε με μια τετράδα ξύλινες καρέκλες που η ψάθα τους είχε ξεφτίσει εντελώς ήταν τα μοναδικά έπιπλα που αποτελούσαν την διακόσμηση του κεντρικού δωματίου. Η κουζίνα ένα τόσο δα δωματιάκι με παλιά ξηλωμένα συρτάρια και ένα τεράστιο τζάκι στην γωνία ήταν το δεύτερο και μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού. Η τουαλέτα βρισκόταν κάτω. Έπρεπε να βγεις στην αυλή να κατέβεις 12 σκαλοπάτια  όπου έμπαινες σε ένα δωμάτιο που χωριζόταν σε δυο μικρότερα. Χάζεψε για λίγο τον χώρο γύρω της. Πολλές αναμνήσεις από τα καλοκαίρια της εδώ ήρθαν στο νου της. Και η γιαγιά της. Ποιο μυστικό να έκρυβε τελικά; Θυμήθηκε τον λόγο για τον οποίο κατέβηκε ως εδώ. Ξεκίνησε να ψάχνει μέσα στο σπίτι, σε κάθε γωνιά. Άνοιξε συρτάρια, σκάλισε ντουλάπια. Τίποτα. Άνοιξε τη  ντιβανοκασέλα. Άδεια. Σειρά είχε το ξύλινο μπαούλο. Θυμήθηκε τα λόγια της γιαγιάς της: «Τα μπαούλα κρύβουν πράγματα που δεν φαντάζεσαι ότι θα βρεις μέσα τους». Τότε ήταν μικρή και δεν καταλάβαινε γιατί της το έλεγε. Τώρα όμως η φράση αυτή έχει πλήρες νόημα. Άνοιξε το μπαούλο. Από μέσα του ακόμα και μετά από τόσα χρόνια αναδύθηκε η μυρωδιά της ναφθαλίνης. Ήταν γεμάτο ως απάνω με μάλλινες κουβέρτες, βελέντζες και ένα σάλι της γιαγιάς της. Άρχισε να τα βγάζει ένα-ένα. Έβγαζε και έβγαζε. Μα πόσα είχε μέσα; Σαν να μην έχει πάτο αυτό το μπαούλο, σκέφτηκε. Τελικά φτάνοντας στον πάτο του βρήκε ένα παλιό σημειωματάριο. Το πήρε στα χέρια της. Το ξεφύλλισε. Έμοιαζε με ημερολόγιο. Είχε αρκετές σελίδες. Άρχισε να διαβάζει και κατάλαβε πως ήταν της γιαγιάς της. Η αφήγηση ξεκινούσε πριν πολλά-πολλά χρόνια, όταν η γιαγιά της ήταν περίπου 17 ετών. Μέσα από της σελίδες του έμαθε για την πραγματική καταγωγή της γιαγιάς της, που ήταν ένα μικρό χωριουδάκι της βόρειας Ελλάδας… η Σκαλωτή Δράμας! Μιλούσε για την ζωή εκεί ώσπου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό τους όταν χάθηκαν και τα δύο αγόρια της οικογένειας με διαφορά δύο χρόνια ο ένας από τον άλλον. Όσα διάβαζε της φαινόντουσαν απίστευτα. Όλα όσα ήταν γραμμένα στο σημειωματάριο ταίριαζαν απόλυτα με αυτά που ήταν γραμμένα στο βιβλίο που είχε βρει στην βιβλιοθήκη. Συνέχισε την ανάγνωση και βρέθηκε μπροστά σε νέες αποκαλύψεις, στοιχεία που δεν υπήρχαν εκεί. Μερικοί στίχοι είναι γραμμένοι. Σαν να περιγράφουν κάτι που θα συμβεί. Θυμήθηκε την κουβέντα του φίλου της του Αλέξανδρου για την επέτειο που πλησιάζει σε λίγες ημέρες. Φέτος συμπληρώνονται εκατόν είκοσι χρόνια από την ημέρα του θανάτου της σύμφωνα με το σημειωματάριο της γιαγιάς.

  «Όταν ο άνεμος θα πάψει

και η βροχή θα κοπάσει

όταν ο ουρανός θα λάμψει

την μέρα εκείνη

πριν η τελευταία αχτίδα φωτός σβήσει

οι επιθυμίες μου θα γίνουν

και η ψυχή και η καρδιά μου

θα βρουν γαλήνη.

Στη λήθη ποτέ δεν θα βρεθώ

πάντα θα ζω και θα περνώ.

Σε σώμα νέο θα μπω

στο δάσος αυτό

για πάντα θα κατοικώ.

Τους λαβωμένους από έρωτα θα καλώ

φτερά θα τους δίνω να πετούν

από χέρι αγάπης να μη χαθούν.

Η κόρη εκείνη

που πάνω στη μέρα αυτή

αντίκρυσε πρώτη φορά τον κόσμο

συνέχειά μου θα γίνει

στις πλάτες της το βάρος

της ανεκπλήρωτης αγάπης θα καταλαγιάζει.

Αίμα απ’ το αίμα

απ’ τ’ ασκέρι εκείνο που ξεκληρίστηκε,

που ξεριζώθηκε κυνηγημένο απ’ την κατάρα και το θανατικό.

Πάνω στην τρίτη δεκαετία της ζωής της

το τυχερό της θα φταστεί».





Η επόμενη και τελευταία φορά που η γιαγιά της έγραψε πάνω στο σημειωματάριο, ήταν την ημέρα της γέννησης της Ελπίδας.


«Η μέρα ήρθε. Η γέννησή σου χαρά έπρεπε να μου φέρει. Όμως εγώ από τώρα πενθώ για την μοίρα σου που έχει γραφτεί….»

Η Ελπίδα στεκόταν αποσβολωμένη από αυτά που είχε μόλις διαβάσει. Ημερομηνία που να επιβεβαιώνει την ημέρα εκείνη δεν υπήρχε πουθενά γραμμένη, ούτε στο σημειωματάριο ούτε στο βιβλίο. Τον Αλέξανδρο δεν τον ρώτησε ποτέ για την ημερομηνία, καθώς μέχρι τώρα όλα αυτά της φαινόντουσαν ανόητα. Από τώρα όλα αλλάζουν. Είναι σίγουρη πως η επέτειος είναι πάνω στη μέρα των γενεθλίων της, τα οποία είναι σε μόλις δύο ημέρες. Είναι βέβαιη πως οι στίχοι μιλούν για την ίδια. Πλέον όλα δένουν μεταξύ τους. Η μετάθεση, το σπίτι, το όνειρο, αυτά που βίωσε στο σπίτι εκείνη τη νύχτα, τα λόγια της γιαγιάς της και όσα της έλεγε χρόνια τώρα και της φαίνονταν ακαταλαβίστικα, παράλογα. Δεν μπορούσε να το διαχειριστεί όλο αυτό. Δεν ήξερε τι να κάνει. Θα γυρνούσε πίσω στο σπίτι της. Τι θα έκανε όμως; Τι έπρεπε να περιμένει; Μήπως παραλογιζόταν; Άρχισε να αμφισβητεί τον εαυτό της. Πού πήγε η Ελπίδα που σκεφτόταν πάντα λογικά; Το τελευταίο διάστημα έχει μπει σε ένα δρόμο που όσο πιο πολύ προσχωρούσε πάνω του, τόσο πιο σκοτεινός και περίπλοκος γινόταν.
Η επόμενη μέρα την βρήκε από νωρίς στο γραφείο της. Από το μυαλό της δεν έφευγε στιγμή η σκέψη ότι αύριο είναι τα γενέθλιά της, μια μέρα που ποτέ ως τώρα δεν μετρούσε περισσότερο από όσο μετρούσε η ημέρα των γενεθλίων για τον καθένα μας. Κάποια γεγονότα των τελευταίων ημερών, μια διάρρηξη στο Σιδηρόνερο, μια αγωγή για εξύβριση ήταν θέματα που έπρεπε να διευθετηθούν. Αργά το απόγευμα γύρισε στο σπίτι της. Ο τετράποδος φίλος της ο Ρούλης (από το Τυχερούλης, μιας και ήταν τόσο τυχερός και γλύτωσε από τις ρόδες ενός διερχόμενου αυτοκινήτου και η Ελπίδα τον λυπήθηκε έτσι ανήμπορο που τον είδε και τον κράτησε για συντροφιά) μόλις αισθάνθηκε την παρουσία έτρεξε γρήγορα και στάθηκε πίσω από την πόρτα με το λουρί του να κρέμεται από το στόμα του και την ουρά του να κοντεύει να ξεριζωθεί από το κούνημα. Η Ελπίδα χαμογέλασε με τη σκηνή που διαδραματιζόταν για άλλη μια φορά κατά την επιστροφή της στο σπίτι και τον σήκωσε στα χέρια της.
«Μικρέ μου φίλε, σήμερα δεν θα πάμε βόλτα. Πήγαινε εσύ έξω να κάνεις τη δουλειά σου…», του είπε και η χνουδωτή μπαλίτσα κατσούφιασε σαν να κατάλαβε τα λόγια της.
Του άνοιξε την πόρτα και εκείνο αμέσως έτρεξε έξω. Η Ελπίδα έπεσε βαριά στον καναπέ. Μετά βίας είχαν περάσει τρία λεπτά όταν στην εξώπορτα άκουσε λυγμούς. Ήταν ο Ρούλης. Η Ελπίδα πετάχτηκε πάνω και έτρεξε να ανοίξει την πόρτα. Φουριόζος μπήκε μέσα και άρχισε να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, να τινάζεται και να έχει σπασμούς, να βγάζει κραυγές, ώσπου κατέρρευσε στο πάτωμα. Η Ελπίδα δεν πίστευε στα μάτια της. Σηκώθηκε να βγει έξω μα ένα ξαφνικό, σταθερό, τριπλό χτύπημα στην πόρτα, την έκανε να παγώσει στη θέση της. Ακροπατώντας έφτασε στην κουζίνα και άρπαξε ένα κοφτερό μαχαίρι. Ακούμπησε την πλάτη της στην εξώπορτα και προσπάθησε να αφουγκραστεί. Γύρισε προς την πόρτα και αργά σήκωσε το καπάκι από το ματάκι της πόρτας. Απέξω στεκόταν ο Αλέξανδρος. Παρά το τσουχτερό κρύο εκείνος δεν φορούσε σκούφο, ούτε κασκόλ ούτε καν παλτό ή μπουφάν. Δεν έμοιαζε να καταλαβαίνει το κρύο που επικρατούσε. Είχε ένα χαμόγελο απροσδιόριστο, συνεχόμενο όπως ένα παιδί που αρχίζει να αποκοιμιέται. Και ένα κενό, παγωμένο βλέμμα. Κοιτούσε σταθερά και ευθεία σαν να μπορούσε να τη δει μέσα από το ματάκι. Αυτό το βλέμμα…είναι ό,τι πιο ανατριχιαστικό είχε δει ποτέ σε ανθρώπινο πλάσμα. Χτύπησε ξανά την πόρτα. Η Ελπίδα παρέμεινε ακούνητη στη θέση της. Εκείνος συνέχισε να χαμογελάει.
«Λυπάμαι πολύ που δεν μου ανοίγεις». Παύση. «Αλλά θα καταλάβεις γρήγορα…πολύ γρήγορα…». Παύση. «Αντίο. Πρέπει να πάω στο δάσος τώρα». Το αίμα της πάγωσε στο άκουσμα της απαλής, αθώας φωνής του. Άκουγε τα βήματά του να απομακρύνονται αργά και σταθερά. Άφησε την αναπνοή της να βγει επιτέλους ελεύθερη, ύστερα από τόση ώρα.
Οι επόμενες ώρες πέρασαν με την Ελπίδα να προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Συνεχώς ερχόταν μπροστά της η εικόνα του Αλέξανδρου. Το χαμένο βλέμμα του, η παγωμένη όψη του. Δώδεκα ακριβώς. Η μέρα άλλαζε και εκείνη βρισκόταν πάνω στο κρεβάτι της ξάγρυπνη. Τα πράγματα από μέρα σε μέρα γινόντουσαν όλο και πιο παράξενα. Ή μήπως καλύτερα πιο τρομακτικά; Κάποια στιγμή η κούραση της ημέρας την ανάγκασε να αποκοιμηθεί. Μέσα στον ύπνο της άκουγε τη βρύση να τρέχει. Ξύπνησε και άκουγε ακόμα τη ροή. Σηκώθηκε και έτρεξε στην κουζίνα. Η βρύση ήταν κλειστή. Κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ούτε εκεί κάποια βρύση έτρεχε. Κι όμως άκουγε το νερό να τρέχει. Την έλουσε κρύος ιδρώτας στην σκέψη ότι όλα όσα έλεγε ο Αλέξανδρος σχετικά με την παραμονή της επετείου, είναι τελικά αλήθεια. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στην αυλή. Ο μανιασμένος αέρας που φυσούσε μέχρι πριν λίγες ώρες είχε κοπάσει όπως και η βροχή. Μόνο το τρεχούμενο νερό ακουγόταν και έδινε στο σκηνικό μια απόκοσμη αίσθηση. Κοίταξε αργά προς τις τριανταφυλλιές. Ήταν ολάνθιστες. Πριν προλάβει να αντιδράσει, ο ουρανός φωτίστηκε στιγμιαία. Ένα κοράκι εμφανίστηκε από το πουθενά και κατευθύνθηκε καταπάνω της.  Σήκωσε το χέρι της να προστατευτεί, όμως εκείνο κάθισε πάνω του. Το κοιτούσε χωρίς να μιλά. Κάρφωσε το βλέμμα της στο δάσος.
«Ώρα να πηγαίνω…», είπε σιγά και βγήκε από την αυλή. 
                   


             




             Σας ευχαριστώ θερμά για την ανάγνωση!!!

Δευτέρα, Μαρτίου 06, 2017

Το κορίτσι του Καρά Ντερέ (Μέρος Β΄)


        Οι τρεις άντρες προχώρησαν διστακτικά στο εσωτερικό του γραφείου, μιας που γνώριζαν καλά τις απόψεις της νεαρής αστυνομικού για το θέμα του Καρά Ντερέ και των μυστηριωδών εξαφανίσεών του. Η Ελπίδα τους περίμενε όρθια πίσω από το ταλαιπωρημένο από τα χρόνια γραφείο από καρυδιά, με τα χέρια της διπλωμένα μπροστά στο στήθος της. Τους περιεργάστηκε έναν-έναν καθώς έπαιρναν θέση μπροστά της, με κατεβασμένα τα κεφάλια σαν άλλα σχολιαρόπαιδα του δημοτικού που πιάστηκαν να κάνουν αταξία και περίμεναν την επίπληξη από την δασκάλα τους.
«Καλώς τα γενναία παλικάρια!», αναφώνησε με τη χροιά της φωνής της να χρωματίζεται με μπόλικη ειρωνεία που δεν προσπάθησε καθόλου να κρύψει.
«Καλημέρα σας», ακούστηκε ένα μπερδεμένο μουρμουρητό από τα στόματα και των τριών τους.
«Οι συστάσεις είναι περιττές θα έλεγα. Οπότε θα μπούμε κατευθείαν στον θέμα για να μην χάσουμε και άλλο πολύτιμο χρόνο». Προχώρησε προς την πόρτα βιαστικά.
«Έλα μέσα», διέταξε τον υφιστάμενό της. Εκείνος δεν έχασε καθόλου χρόνο. Με την Ελπίδα για ανώτερη, η αργοπορία είναι κάτι που πρέπει να σκεφτείς πολύ καλά αν δεν θες να βρεις τον μπελά σου. «Κάτσε και θα κρατάς τα πρακτικά. Και κοίτα να μην χάσεις ούτε λέξη από αυτά που θα σου που οι κύριοι από δω».
Ο νεαρός αστυνομικός αρκέστηκε στο να κουνήσει δυο φορές καταφατικά το κεφάλι του. Η Ελπίδα γύρισε στο γραφείο της και απευθύνθηκε αμέσως στους τρεις μάρτυρες της χθεσινοβραδινής εξαφάνισης.
«Λοιπόν, ποιος θα μου πει τι συνέβη εχτές το βράδυ;»
Ακολούθησε σιωπή.
«Κανείς;», ρώτησε απλώνοντας τα χέρια της με τις παλάμες προς τα πάνω.
Οι τρεις άντρες κοιτάχτηκαν σαν να συμφωνούσαν για κάτι.
«Εγώ», ακούστηκε δειλά η φωνή του ενός.
«Σ’ ακούω», του απάντησε κοφτά.
«Εχτές το  βράδυ είχαμε βγει οι τρεις μας στη Δράμα. Γύρω στη 01:30 είχαμε επιστρέψει στο χωριό και καθόμασταν στην πλατεία για να πούμε δύο τελευταίες κουβέντες και να το διαλύσουμε. Είχε πολλή ησυχία γύρω, όταν ακούσαμε βήματα, αλλά ήταν σκοτεινά και ακουγόντουσαν από μακριά για να δούμε ποιος ήταν. Όταν τα βήματα ακούγονταν πλέον πολύ κοντά, είδαμε πως ήταν ο Μιχάλης. Μας προσπέρασε χωρίς να μας μιλήσει και αυτό μας έκανε μεγάλη εντύπωση αφού κουβεντιάζαμε, οπότε ήταν αδύνατον να μην μας είχε ακούσει…»
Η Ελπίδα άκουγε προσεκτικά χωρίς να διακόπτει. Προσπαθούσε πάντα να καταλάβει την ψυχολογική κατάσταση του ομιλητή και να βγάζει τα συμπεράσματά της στο τέλος.
«Ο Δημήτρης», συνέχισε δείχνοντας τον νεαρό φίλο του, «που στεκόταν δίπλα μου, του φώναξε. Δεν πήρε απάντηση. Ο Μιχάλης συνέχισε να προχωράει σαν να μην τον είχε ακούσει. Κοιταχτήκαμε παραξενεμένοι. Εεε, Μιχάλη! του είπαμε μαζί. Τίποτα. Να δεις που το κάνει επίτηδες, λέει ο Σώτος».
Η Ελπίδα κοίταξε τον τρίτο της παρέας χωρίς να πει κάτι. Ο νεαρός επιβεβαίωσε με ένα νεύμα τα λεγόμενα του πρώτου.
«Αμέσως τον ακολουθήσαμε θεωρώντας ότι όλο αυτό ήταν ένα αστείο. Κρατήσαμε μια ασφαλή απόσταση από εκείνον για να δούμε μέχρι που σκόπευε να φτάσει την πλάκα. Το βήμα του ήταν αργό και σταθερό. Προσπέρασε το σπίτι σας και κατευθύνθηκε προς την είσοδο του δάσους».
Η Ελπίδα τότε σηκώθηκε από το γραφείο της και τους πλησίασε, αφού η αφήγηση είχε φτάσει στο σημείο που περίμενε τόση ώρα υπομονετικά. Κοίταξε τον νεαρό σταθερά μέσα στα μάτια. Δεν τον διέκοψε, όμως εκείνος σταμάτησε. Σήκωσε τα φρύδια της σαν να ρωτούσε «Και; Γιατί σταμάτησες;», κάνοντας τον να καταλάβει ότι έπρεπε οπωσδήποτε να συνεχίσει.
«Σταμάτησε μπροστά στην είσοδο. Γύρισε και κοίταξε προς τα πίσω. Η απόστασή μας από εκείνον ήταν μικρή πλέον και έτσι μπορούσαμε να βλέπουμε καθαρά το πρόσωπό του. Κοιτούσε προς το μέρος μας και φανταστήκαμε ότι μας είχε αντιληφθεί, οπότε βγήκαμε πίσω από τα δέντρα όπου ήμασταν κρυμμένοι.  Χαμογελούσε πλατιά και μας κοιτούσε με σταθερό βλέμμα. Του μιλήσαμε ξανά. Δεν πήραμε καμιά απάντηση για ακόμη μια φορά. Γύρισε απότομα προς το δάσος και με κραυγές που σίγουρα άνθρωπος δεν θα μπορούσε να βγάλει, χάθηκε στο σκοτάδι».
«Και μετά;», μίλησε για πρώτη φορά μετά από τόση ώρα που παρέμενε σιωπηλή.
Ο νεαρός κατέβασε το πρόσωπο του που είχε κοκκινίσει με την ερώτησή της και παρέμεινε σιωπηλός.
Η Ελπίδα κρέμασε τους ώμους της από απογοήτευση. 
«Φφφ... Κατάλαβα… το βάλατε στα πόδια… », ξεφύσησε αγανακτισμένη και γύρισε να καθίσει στην πολυκαιρισμένη καρέκλα του γραφείου της. Έτριψε με τα χέρια το πρόσωπό της. 
«Υπογράψτε όσα είπατε και μπορείτε να πηγαίνετε», είπε απλά. 
Υπάκουσαν και οι τρεις και χωρίς να προσθέσουν κάτι βγήκαν από το αστυνομικό τμήμα. Γύρισε προς τον συνάδελφό της. «Τα πιστεύεις και εσύ όλα αυτά;», τον ρώτησε αν και ήταν σχεδόν βέβαιη για την απάντηση που θα έπαιρνε. Ο νεαρός δεν απάντησε. Η Ελπίδα κατάλαβε. «Πες μου σε παρακαλώ, καθώς εκτός από το περιστατικό αυτό και άλλο ένα πριν τρία χρόνια όπου υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας και που έδωσε κατάθεση στον συνάδελφο που πήρα την θέση του, δεν υπάρχει άλλο με μάρτυρα, πού μπορώ να βρω πληροφορίες για το θέμα αυτό; Οτιδήποτε τέλος πάντων έχει καταγραφεί! Ακόμα και αν ξεπερνάει τα όρια της λογικής! Υπάρχει κάτι;».
«Υπάρχει», της απάντησε μονολεκτικά.
        Η Ελπίδα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η σκέψη της θα βάδιζε ποτέ σε τέτοια μονοπάτια. Είχε πάντα ως γνώμονά της την λογική. Πίσω από κάθε εξαφάνιση, κρυβόταν πάντα μια λογική εξήγηση. Δεν το διαπραγματευόταν ποτέ αυτό, γι αυτό και πάντα ήταν αποτελεσματική στη δουλειά της. Οδηγούσε αργά στον κακοτράχαλο και σκεπασμένο από χιόνι δρόμο που συνέδεε το Σιδηρόνερο με τη Σκαλωτή. Χρειαζόταν ξεκούραση και ηρεμία για να κάτσει να σκεφτεί αυτό που συνέβη το προηγούμενο βράδυ. Το απόγευμα θα πήγαινε στην παλιά λέσχη αξιωματικών στην οποία πλέον φιλοξενούνταν και μια βιβλιοθήκη. Εκεί θα έβρισκε το υλικό στο οποίο αναφερόταν ο συνάδελφός της.
       Οι ώρες πέρασαν γοργά και η Ελπίδα βρέθηκε στο κατώφλι της ανακαινισμένης, παλιάς λέσχης αξιωματικών. Στον μικρό διάδρομο υποδοχής βρισκόταν ένα εξίσου μικρό γραφείο που εκείνη τη στιγμή ήταν άδειο. Αμέσως όμως άνοιξε μια πόρτα στα δεξιά. Η μικροκαμωμένη νεαρή υπάλληλος που εμφανίστηκε, την καλησπέρισε ευγενικά. Η Ελπίδα χωρίς να χάσει λεπτό, ρώτησε που βρίσκεται η αίθουσα της βιβλιοθήκης. Η νεαρή αφού της έδωσε οδηγίες, της χορήγησε μια κάρτα εισόδου για να μπορέσει να περάσει από τον υπεύθυνο της βιβλιοθήκης. Ανέβηκε τη στριφτή, μαρμάρινη σκάλα, φτάνοντας στον πρώτο όροφο. Στο τέλος του διαδρόμου βρισκόταν η βιβλιοθήκη. Ο υπεύθυνος που την αναγνώρισε, την καλησπέρισε και για τα τυπικά της ζήτησε να του δείξει την κάρτα εισόδου. Η Ελπίδα μαθημένη σε τέτοιες τυπικές διαδικασίες, την έδειξε αμέσως, με τον υπεύθυνο να της τείνει το χέρι να περάσει. 


                                               Συνεχίζεται...