oncontextmenu='return false;'

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Τι βράδυ και αυτό...



Το ρολόι του τοίχου σήμανε τρεις τα ξημερώματα. Σε λίγο θα χάραζε η καινούρια μέρα και εκείνη για ακόμα ένα βράδυ θα έμενε άυπνη, προσπαθώντας να κατανοήσει όλα όσα συνέβησαν το τελευταίο διάστημα, να βάλει σε τάξη τις σκέψεις τις και να επαναπροσδιορίσει τη ζωή της. Μπορούσε άραγε;
Η αφόρητη ζέστη που είχε εκείνο το βράδυ, δυσκόλευε την κατάσταση ακόμα περισσότερο. Ξαπλωμένη ανάσκελα, στη μέση του διπλού κρεβατιού, με τα χέρια περασμένα πίσω από το κεφάλι της, κοιτούσε αδιάφορα το ταβάνι. Τα μάτια της ακολουθούσαν τις λεπτές, πολύχρωμες γραμμές που σχηματίζονταν από τα παλλόμενα φώτα της φωτεινής επιγραφής του απέναντι μαγαζιού, να εμφανίζονται και να χάνονται ρυθμικά, να γλιστρούν στον τοίχο απέναντί της, να αγγίζουν την ασπρόμαυρη κορνίζα, δίνοντάς της μια στιγμιαία πολύχρωμη υπόσταση. Με μια απότομη και αποφασιστική κίνηση σηκώθηκε και ανακάθισε στο κρεβάτι, κρατώντας με τα χέρια τους αστραγάλους της. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της, πιασμένα αδέξια σε έναν χαλαρό κότσο, είχαν αρχίσει να πέφτουν πάνω στους γυμνούς της ώμους, δηλώνοντας την προσπάθειά της να καταφέρει να κοιμηθεί, αλλάζοντας συνεχώς τη στάση του σώματός της. Τα χέρια της ήταν ιδρωμένα, όπως ιδρωμένη ήταν και η ίδια, κάνοντας το ήδη εφαρμοστό, μαύρο,σατέν νυχτικό της να εφαρμόζει ακόμα περισσότερο στο καλοσχηματισμένο, λεπτό κορμί της, διαγράφοντας την κάθε του λεπτομέρεια. Ρίχνει μια ματιά στο κλιματιστικό του απέναντι τοίχου στα αριστερά της.
_-«Παλιόπραμα…», μουρμούρισε, «τώρα σου ήρθε να χαλάσεις;»
        Ξέροντας πλέον ότι δεν υπάρχει περίπτωση να την πάρει ο ύπνος, σηκώθηκε και μέσα στο μισοσκόταδο προχώρησε προς τον διάδρομο. Μια σειρά από φωτογραφίες σε διάφορα μεγέθη ήταν κρεμασμένες στον ροδακινί τοίχο, υπενθυμίζοντας της κάθε λεπτό το παρελθόν. Παρά τις συμβουλές των φίλων της να τις κατεβάσει, εκείνη δεν είχε ακόμη το κουράγιο να το κάνει, αν και στη θέα τους η πληγή μάτωνε ξανά.
        Προσπέρασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τον διάδρομο και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Άναψε το φως και ο χώρος γέμισε με άπλετο, πάλλευκο φως. Η καρδιά της όμως συνέχισε να βρίσκεται στο σκοτάδι. Αν και όχι πολύ μεγάλο, το μπάνιο ήταν όμορφα διακοσμημένο και το άρωμα του γιασεμιού που ανέδιδε το αρωματικό χώρου, έμπαινε απ’ τα ρουθούνια της και έφτανε μέχρι την καρδιά της πλημμυρίζοντας την φρεσκάδα.Πλησίασε την μπανιέρα, τοποθέτησε την τάπα στο σιφόνι και έστριψε τις βάνες αντίθετα από την φορά των δεικτών του ρολογιού, αφήνοντας άφθονο χλιαρό νερό να τρέξει και να γεμίσει την μπανιέρα. Στράφηκε προς τον μεγάλο καθρέπτη που βρισκόταν στα δεξιά της. Έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάζει το είδωλό της, με τις παλάμες της να ακουμπούν στις δύο άκρες του πάγκου. Πλησίασε πιο κοντά στον καθρέπτη και συνέχισε να κοιτά επίμονα την μορφή της. Το πρόσωπό της ήταν φρέσκο και σφριγηλό και τίποτα δεν μαρτυρούσε την τόση ταλαιπωρία από τις αϋπνίες που την βασάνιζαν όλο αυτό το διάστημα. Θα μπορούσε να έχει αποκτήσει τους αποκρουστικούς, μαύρους κύκλους που έχουν όλοι όσοι καταπονούν το σώμα τους με καταχρήσεις, στρες και άστατη ζωή, μα για καλή της τύχη τα γονίδια της την βοήθησαν. Τα μάτια της, όμως, φανέρωναν την αλήθεια. Μια θλιμμένη γκριζογάλανη θάλασσα ένα κρύο κυριακάτικο πρωινό.
        Έξω από το μπάνιο, στα δεξιά, ήταν η σκάλα που οδηγούσε στο κάτω πάτωμα. Με αργά βήματα κατέβηκε ένα-ένα τα σκαλιά. Διέσχισε το σαλόνι και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Άναψε το φως και σκάλισε τα μπουκάλια που είχε στην άκρη του πάγκου μέσα σε ένα ξύλινο καλάθι. Έπιασε ένα μπουκάλι μαυροδάφνη. Πάντα της άρεσαν τα γλυκά κρασιά, αν και καμιά φορά της προκαλούσαν μια γλυκιά μέθη. Τράβηξε ένα ποτήρι του κρασιού και το ανοιχτήρι  έκλεισε το φως και ανέβηκε τις σκάλες. Όταν μπήκε ξανά στο μπάνιο, κοιτάζοντας την μπανιέρα διαπίστωσε ότι το νερό είχε φτάσει στο επιθυμητό ύψος και έστριψε τις βάνες προς την αντίθετη φορά. Ένα πολύ λεπτό ρυάκι συνέχισε να τρέχει από την βρύση μιας και οι σωληνώσεις είχαν κάποιο πρόβλημα, οπότε αναγκάστηκε να σφίξει πιο πολύ τις βάνες. Τρεις τελευταίες σταγόνες έσταξαν αργά-αργά  από τη βρύση και σχημάτισαν διαδοχικούς ομόκεντρους κύκλους, ταράσσοντας την ήρεμη επιφάνεια του νερού. Στην άκρη της μπανιέρας υπήρχαν διαφόρων ειδών μπουκαλάκια, πολύχρωμα, μικρά και μεγάλα. Μέσα από τον σωρό διέκρινε ένα μπουκάλι αλλιώτικο από τα άλλα. Ήταν ένα πορσελάνινο που είχαν αγοράσει την προηγούμενη χρονιά για σουβενίρ από το ταξίδι τους στην Ισπανία. Είχε το σχήμα γυναικείου σώματος ,μιας Ισπανίδας χορεύτριας, ντυμένης με ένα κόκκινο σατέν φόρεμα, η πλάτη του οποίου ήταν καλυμμένη με δαντέλα και τα μανίκια με έντονα φουσκώματα και ριγμένα χαμηλά στους ώμους. Το δεξί της πόδι πρόβαλε προκλητικά μέσα από το σχίσιμο του φορέματος. Στο αριστερό της χέρι κρατούσε μια δαντελένια, μαύρη βεντάλια και το πρόσωπό της ήταν στραμμένο προς τα δεξιά. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα κότσο, χαμηλά στη βάση του αυχένα της και στην κορφή του κεφαλιού της ήταν στερεωμένο ένα μακρύ, μαύρο βέλο που κατέληγε στο ύψος της μέσης της. Αν και πορσελάνινη, η ένταση της κίνησης την έκανε να μοιάζει τόσο αληθινή και ζωντανή. Στρίβοντας με προσοχή το κεφάλι της χορεύτριας που χρησίμευε ως καπάκι, το μπουκάλι άνοιξε και αμέσως ξεχύθηκε η γλυκιά και γεμάτη νοσταλγία μυρωδιά της λεβάντας, η οποία δεν άργησε να αναμειχθεί με τη μυρωδιά του γιασεμιού, δημιουργώντας ένα μεθυστικό κρεσέντο αρωμάτων.
«Ρίξτε μια μικρή ποσότητα ελαίου σε χλιαρό ή ζεστό νερό και αφήστε τη δύναμη της λεβάντας να σας παρασύρει σε έναν κόσμο μαγικό, έξω από την  πραγματικότητα», άρχισε να διαβάζει το καρτελάκι που κρεμόταν με χρυσή κλωστή από το χέρι της χορεύτριας.
«Πες το μας, λοιπόν, πως αυτή ήταν η λύση στο αδιέξοδό μου τόσο καιρό. Χάσιμο χρόνου οι συνεδρίες στον ψυχολόγο;», είπε με ειρωνικό τρόπο και το γέλιο της έσπασε τη σιωπή που επικρατούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έριξε μια μικρή ποσότητα και αμέσως το νερό χρωματίστηκε μοβ λιλά. Κούμπωσε ξανά το μπουκάλι και το άφησε με προσοχή στην άκρη. Άναψε τα δυο κεριά που βρίσκονταν στην μπανιέρα και έσβησε το φως. Με μια κίνηση έβγαλε το μουσκεμένο νυχτικό της και το άφησε να πέσει μαλακά στο έδαφος δίπλα στα πόδια της. Έδεσε ξανά τα μαλλιά της, αυτή τη φορά ψηλά σε έναν πιο σφιχτό κότσο και μπήκε στη μπανιέρα. Το νερό ήταν στην κατάλληλη θερμοκρασία. Παρ’ όλα αυτά, ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της κάνοντας το λεπτό, σχεδόν διάφανο χνούδι που κάλυπτε την περιοχή από τον αυχένα μέχρι τη μέση της κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς της, να ανασηκωθεί ελαφρά. Βυθίστηκε μέχρι τον λαιμό μέσα στο νερό και ακούμπησε το κεφάλι της στο μαλακό μαξιλαράκι που διέθετε η μπανιέρα. Σιωπή επικρατούσε τριγύρω. Από το ανοικτό παράθυρο έμπαιναν οι απαλοί ήχοι της νύχτας, το γλυκό τραγούδι των τριζονιών. Τα τριζόνια, λένε, βρίσκουν ένα ταίρι και μένουν μαζί του για όλη τους τη ζωή.
«Γιατί να μην είμαι και εγώ τριζόνι;», μονολόγησε με πίκρα.
Με τα μάτια κλειστά, απολάμβανε τη δροσιά που της πρόσφερε το νερό που σκέπαζε το κορμί της. Οι φλόγες των κεριών τρεμόπαιζαν διαρκώς, σχηματίζοντας πότε ψηλόλιγνες και πότε πιο πλατιές σκιές στον τοίχο. Άνοιξε τα μάτια και πήρε στο χέρι της το ποτήρι με το κρασί. Το έφερε πιο κοντά της, αναδεύοντας το ελαφρά, μύρισε το άρωμά του και το έφερε στα χείλη της, πίνοντας την πρώτη γουλιά. Ύστερα τη δεύτερη, την τρίτη ώσπου χρειάστηκε να το ξαναγεμίσει. Το δεύτερο ποτήρι άδειασε τόσο γρήγορα όσο και το πρώτο, δίνοντας την θέση του στο τρίτο και τέταρτο ποτηράκι, ώσπου το μπουκάλι έφτασε αισθητά κάτω από τη μέση. Αρκετά χαλαρωμένη, πλέον, αλλά και με μια ελαφριά, γλυκιά θολούρα, έπιασε το μπουκάλι, γεμίζοντας ξανά το ποτήρι της. Έγειρε πάλι στο αναπαυτικό μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια.
Την προσοχή της τράβηξε το ξαφνικό άνοιγμα της κλειστής πόρτας. Λουσμένη από κρύο ιδρώτα, κάρφωσε τα μάτια της στην πόρτα και μέσα στο μισοσκόταδο διέκρινε μετά βίας μία όχι και τόσο άγνωστη αντρική φιγούρα.
«Αλ… Αλέ…Αλέξανδρε …» τραύλισε ξέπνοα, «μα…μα πώς…δεν άκουσα…»
Με δυο δρασκελιές έφτασε ακριβώς δίπλα της και γονάτισε μπροστά στη μπανιέρα.
«Σσσς…μη φοβάσαι»,ψιθύρισε και σφράγισε ταυτόχρονα με τα δάχτυλά του τα χείλη της. Σηκώθηκε και της έτεινε τα χέρια του για να τον πιάσει. Τα μάτια της, δυο κρυστάλλινες σφαίρες, γυάλιζαν προκλητικά κάτω από το λιτό φως των κεριών, κοιτάζοντάς τον με ένα ακαθόριστο βλέμμα. Βλέμμα απορίας, φόβου, αβεβαιότητας  για το αν αυτό που ζει είναι αληθινό ή απλά παιχνίδι του μυαλού της. Ούτε εκείνη ήξερε. Έμεινε για λίγο αναποφάσιστη, μα γρήγορα άπλωσε τα χέρια της προς το μέρος του, κράτησε σφιχτά τα δικά του και βγήκε από το νερό. Χιλιάδες μικροσκοπικές σταγόνες νερού, σκορπισμένες σ’ όλο το κορμί της λαμπύριζαν, δίνοντας της μια αιθέρια υπόσταση. Την κοίταζε εκστασιασμένος. Και εκείνη δεν ένοιωθε ντροπή κάτω από το αδηφάγο βλέμμα του. Αντιθέτως, είχε καιρό να νοιώσει πάνω της αυτό το βλέμμα. Ήρθε κοντά της. Την κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια.
«Συγνώμη»,απολογήθηκε, αγγίζοντας απαλά τα κατάμαυρα μαλλιά της.
Τα  δάκρυά της άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα. Έγιναν λυγμοί. Δεν είχε κλάψει καθόλου όλο αυτό το διάστημα. Και τώρα μια λέξη ήταν αρκετή για να την κάνει να ξεσπάσει. Τα χείλη του σκέπασαν τα δικά της. Το φιλί του ήταν απαλό, υπομονετικό. Περίμενε ανταπόκριση από εκείνη. Δεν άργησε να έρθει. Λυγμοί, δάκρυα και φιλιά έγιναν ένα. Τώρα το φιλί είχε γίνει πιο έντονο, πιο απαιτητικό. Και εκείνη απλά υπάκουγε. Παραδομένη σ’ αυτή την αναπάντεχη και ξαφνική ηδονή. Τα χέρια του χάιδευαν απαλά το πρόσωπό της, τον αυχένα της. Με μια κίνηση έλυσε τον κότσο της και τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στα πλούσια, μαύρα μαλλιά της. Άγγιξε τους ώμους της και άφησε τα δάχτυλά του να ταξιδέψουν μέχρι τους καρπούς της και ξανά πάλι προς τα πάνω. Χάιδεψε την πλάτη, τη μέση και τους γοφούς της. Την έσφιξε πιο πολύ πάνω του, κάνοντας το κάθε σημείο του κορμιού της να ακουμπάει πάνω στο δικό του. Ήθελε να γίνουν ένα. Το απαιτούσε, δεν το ζήταγε. Και έτσι να ήταν, εκείνη δεν έφερνε αντίρρηση. Είχε πια αφεθεί ολοκληρωτικά σε εκείνον. Ένοιωσε την έξαψή του και χαμογέλασε. Με μια αποφασιστική κίνηση την πήρε στα χέρια του και την έβαλε ξανά στην μπανιέρα ζητώντας της να ξαπλώσει. Με γρήγορες κινήσεις απαλλάχτηκε από τα ρούχα του και μπήκε και ο ίδιος μέσα. Οι ματιές που αντάλλασσαν ήταν φλογερές, κατέκαιγαν χωρίς οίκτο σώματα και ψυχές. Παρ’ όλα αυτά το βλέμμα του έκρυβε και κάτι το αλλόκοτο. Κάτι που δεν μπορούσε να ανακαλύψει εκείνη. Την κοιτούσε κατευθείαν στα μάτια, αμίλητος, ακίνητος, σαν παγωμένος. Σήκωσε αργά τα χέρια του και χάιδεψε προσεκτικά τα απαλά, μαύρα μαλλιά της. Πέρασε τους αντίχειρες του πάνω από τα φρύδια της και ύστερα προχώρησε προς τους κροτάφους της. Έκλεισε στα χέρια του το μικρό, στρογγυλό της πρόσωπο και τα άφησε εκεί για λίγα  δευτερόλεπτα προτού κατρακυλήσουν στον λαιμό της.
Και ξαφνικά, έγιναν δυο θηλιές που άρχισαν να την πνίγουν, χωρίς εκείνη να μπορεί να αντιδράσει. Μάταια πάλευε να ελευθερωθεί από τα θανάσιμα δεσμά του, αυτά που πριν λίγες στιγμές την χάιδευαν πλημμυρίζοντάς την με αναπάντεχη ευτυχία. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να χτυπάει με λύσσα τα χέρια και τα πόδια της και να τον κοιτάει με τα τρομαγμένα μάτια της παρακαλώντας τον για οίκτο, καθώς εκείνος την βύθιζε αργά και βασανιστικά μέσα στο νερό. Το βλέμμα του τώρα είχε αλλάξει. Αποκαλύφθηκε με τον πιο φρικτό τρόπο το παράξενο βλέμμα που είχε την προηγούμενη ώρα, αυτό που δεν μπορούσε να κατανοήσει εκείνη. Την κοιτούσε ψυχρά. Με μίσος. Έδειχνε να απολαμβάνει αυτό που γινόταν.         
Και σιγά-σιγά η μορφή του αλλοιωνόταν καθώς τον έβλεπε κάτω από την επιφάνεια του νερού. Άρχισε να ζαλίζεται, να χάνει τις αισθήσεις της. Ξαφνικά είδε όλη της τη ζωή να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια της, όπως ένα κινηματογραφικό φιλμ. Όλα τόσο γρήγορα…εμπειρίες, βιώματα, στιγμές. Έτσι να είναι άραγε η μετάβαση στην «απέναντι όχθη»;Αυτό είναι το τέλος;
Και ξαφνικά ακούστηκε ο ήχος της βαθιάς ανάσας που παίρνει κάποιος όταν έχει παραμείνει για πολλή ώρα στο νερό. Και βγήκε στην επιφάνεια με δύναμη, σκορπώντας παντού αρκετή ποσότητα νερού. Συνεχίζει να αναπνέει γρήγορα, να ρουφήξει όσο πιο πολύ οξυγόνο μπορεί. Όσο πιο γρήγορα μπορεί. Γέρνει πίσω το κεφάλι της και ανοίγει τα μάτια. Κοιτάζει γύρω-γύρω φοβισμένα προσπαθώντας να καταλάβει τι έχει συμβεί. Είναι μόνη της, όπως πριν. Η πόρτα κλειστή, όπως πριν. Στο πάτωμα σπασμένα σε χίλια κομμάτια ήταν το ποτήρι  και το μπουκάλι του κρασιού. Ούτε σταγόνα δεν είχε πέσει στο πάτωμα, γιατί ακριβώς δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα από τη μαυροδάφνη. Με τα δύο της χέρια να τρέμουν βαστάει το θολωμένο της κεφάλι. Η γνωστή ζάλη απ’ την κατανάλωση αλκοόλ.
«Ω, Θεέ μου…τι εφιάλτης…»μονολόγησε.

 Ένα δροσερό αεράκι μπήκε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, αναδιπλώνοντας την κουρτίνα και παίρνοντας μακριά την βαριά ατμόσφαιρα. Τα τριζόνια είχαν από ώρα πάψει το νυχτερινό τους τραγούδι. Η νύχτα και οι ήχοι της είχαν δώσει την θέση τους στις πρώτες νότες της καινούριας μέρας.

1 σχόλιο :

Πείτε μου την γνώμη σας...